Σωτήριος Καλαμίτσης

Εταιρεία Δικηγόρων

Εισφορά ν. 128/1975: Παράνομη και καταχρηστική μετακύλιση στον δανειολήπτη / Παράνομος και καταχρηστικός ανατοκισμός

Η παροχή πιστώσεων από τα πιστωτικά ιδρύματα επιβαρύνεται κατά κανόνα, με την ειδική εισφορά του ν. 128/1975, που αποτελεί οικονομικό βάρος-φόρο, με υποκείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα και αντικείμενο τις πάσης φύσεως απαιτήσεις τους από την παροχή πιστώσεων και είσπραξης τόκου.  Ο φόρος αυτός, καταβαλλόμενος από τις Τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος και φερόμενος σε πίστωση ειδικού λογαριασμού, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Επειδή δε η εισφορά του ν. 128/1975 αποτελεί δημοσιονομικό βάρος που επιβαρύνει τις Τράπεζες, έναντι των πιστώσεων που παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο και από τις οποίες κερδοσκοπούν, το βάρος τούτο δεν είναι δυνατόν να μετατεθεί τυπικά στους άλλους κοινωνικούς εταίρους, επειδή, μόνον τυπικός νόμος και όχι σύμβαση, είναι δυνατόν να επιβάλλει φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος σε πολίτες (αρ. 78 Συντ.) και ως εκ τούτου, η κατά κυριολεξία μετάθεση του φόρου, θα σήμαινε τουλάχιστον καταστρατήγηση του νόμου, που προέβλεψε για συγκεκριμένο λόγο την εισφορά. Πολύ περισσότερο, η χωριστή επιβάρυνση του πιστολήπτη με επιτόκιο και εισφορά, δημιουργώντας σ’ αυτόν την πεπλανημένη αντίληψη περί των βαρών του, είναι καταχρηστικός όρος, επειδή πλήττει την οφειλομένη διαφάνεια στην σχέση, μη προσδιορίζοντας με τρόπο ορισμένο και σαφή την παροχή του πιστολήπτη και ιδίως την αιτία της (ΜΠρΧίου 10/2012, ΕιρΑθ 1446/2005 εις ΝΟΜΟΣ).

Ακόμη, όμως, και να γίνει δεκτή η ως άνω μετακύλιση της εισφοράς στον δανειολήπτη 1ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς είναι παράνομος και καταχρηστικός, αφού ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών ή εξόδων που η τράπεζα χρεώνει στον πελάτη. Κάθε αντίθετη σύμβαση προσκρούει στις διατάξεις των άρθων 174, 178, 179 του ΑΚ. (ΕιρΑθ 5302/2015 ΕπισκΕΔ 2015, 322 – ΕιρΠολυκ 32/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 3626/2012, ΕιρΑθ 797/2011, ΜΠρΚορινθ 175/2013 εις ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 3154/2010 ΑΡΜ 2011/768, ΕιρΧαλκ 729/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 178/2009 ΑΡΜ 2009/1374, ΜΠρΘεσ 7633/2015 ΕφΑΔ 2015, 925 2). Άλλωστε, ο ανατοκισμός της εισφοράς δεν είναι εύλογος, καθώς θα προσπόριζε στην τράπεζα παράνομο κέρδος. Τούτο, διότι, η τράπεζα καταβάλλει στο όνομα του πελάτη την εισφορά στο δημόσιο και επομένως δικαιούται σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής να τον χρεώνει μόνον νόμιμους τόκους υπερημερίας. Διαφορετικά, ο ανατοκισμός της εισφοράς-φόρου θα εξήγαγε για την τράπεζα επιπλέον κέρδη χωρίς να παρέχει η ίδια καμία νόμιμη τραπεζική εργασία, δίδοντάς της έτσι την δυνατότητα να κερδοσκοπεί από την επιβολή ενός δημόσιου φόρου. 

Σπύρος Μίχας 15.12.2013

updated 02.01.2016 από Νίκο Καλαμίτση

  1. κρατούσα πλέον άποψη στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας  (361 ΑΚ). Πάντως, και υπό την εκδοχή αυτή, υποστηρίζεται πως η οικεία σύμβαση μεταξύ της υπόχρεης τράπεζας και του δανειολήπτη έχει τον χαρακτήρα υπόσχεσης ελευθερώσεως (478 ΑΚ) και όχι αναδοχής χρέους, αφού η τελευταία προϋποθέτει ο αναδεχόμενος να συμβληθεί με τον δανειστή (ήτοι την Τράπεζα της Ελλάδος). Η σύμβαση, όμως, ελευθερώσεως, πέραν του ότι ελέγχεται μέσω των γενικών ρητρών του ΑΚ, ιδίως των άρθρων 174 και 281, αλλά και του δικαίου προστασίας του καταναλωτή,  είναι σύμβαση αιτιώδης, εξ ου και τυγχάνει άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία (causa) επιδόσεως (acyurirendi, credenti) ως προς τη μετακύλιση (ΕφΛαμ 124/2007 Αρμ 2009, 1190 – ΜΠρΑιγ 20/2015 εις ΝΟΜΟΣ)
  2. Μάλιστα, με την απόφαση αυτή γίνεται ορθώς δεκτό πως «Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων. Επομένως, ως προς το ποσό της απαίτησης για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής τράπεζας, που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του Ν 128/1975 και του ανατοκισμού αυτών. Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ’ ής δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθής.» Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη συχνά απαντώμενη στη νομολογία θέση, δεν καλείται ο προβάλλων τον ισχυρισμό περί παρανόμου ανατοκισμού να προσδιορίσει το ποσό που μη νόμιμα χρεώθηκε, πράγμα δυσχερές, αν όχι αδύνατον για τον μέσο συναλλασσόμενο, αλλά ακυρώνεται η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, ακριβώς διότι δεν αποδείχθηκε εξ εγγράφων το εκκαθαρισμένον της απαίτησης, ως απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής.