Σωτήριος Καλαμίτσης

Εταιρεία Δικηγόρων

Παράλειψη αναγγελίας στην ασφαλιστική εκκαθάριση & Ανακοπή

Η παράλειψη του ασφαλισμένου να αναγγείλει την απαίτησή του για την καταβολή ασφαλίσματος στον εκκαθαριστή ασφαλιστικής επιχείρησης δεν καθιστά απαράδεκτη την άσκηση ανακοπής με την οποία επιδώκεται να συμπεριληφθεί ο εν λόγω ασφαλισμένος στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων. Βλ. σχετική απόφαση εδώ

Η Κληρονομική Μερίδα του Ετεροθαλούς Αδελφού

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ο αποβιώσας κληρονομείται από τη σύζυγο και τους κατιόντες του (τέκνα, εγγόνια, δισέγγονα κ.ο.κ. – πρώτη τάξη εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής). Η σύζυγος (εφόσον υπάρχει) λαμβάνει το ¼ της κληρονομίας και το υπόλοιπο μοιράζεται στους κατιόντες κατά τα οριζόμενα στο νόμο. Αν δεν υπάρχουν κατιόντες (κληρονόμοι πρώτης τάξης), καλούνται στην κληρονομία οι γονείς και οι αδελφοί του κληρονομουμένου (ή τα τέκνα και/ή τα εγγόνια των αδελφών που έχουν ήδη αποβιώσει ή εκπέσει του δικαιώματος στην κληρονομία – δεύτερη τάξη εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής), με τους οποίους η σύζυγος συντρέχει στο ½ πια της κληρονομίας.

Κατά το άρθρο άρθρο 1814 του Αστικού Κώδικα:

«Στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου,  οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν απ’ αυτόν. Οι γονείς και οι αδελφοί κληρονομούν κατ` ισομοιρία και τα τέκνα  ή  οι  έγγονοι  αδελφών  που  έχουν  πεθάνει   πριν   από   τον κληρονομούμενο   κληρονομούν   κατά   ρίζες.   Τα  τέκνα  αδελφού  του κληρονομουμένοι που  έχει  πεθάνει  πριν  απ`  αυτόν  αποκλείουν  τους εγγόνους της ίδιας ρίζας.»

Οι  γονείς, λοιπόν, και οι αδελφοί του κληρονομούμενου (ή τα τέκνα και εγγόνια των προαποβιωσάντων ή εκπεσόντων αδελφών) κληρονομούν κατά ίσα μέρη. Ωστόσο, διαφοροποίηση υπάρχει, όταν κάποιος ή κάποιοι των αδελφών είναι ετεροθαλείς (ή τέκνα ή εγγόνια προαποβιωσάντων ή εκπεσόντων ετεροθαλών αδελφών), ήτοι έχουν μόνον έναν κοινό γονέα με τον κληρονομούμενο. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 1815 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι:

 «Ετεροθαλείς αδελφοί, αν συντρέχουν με γονείς ή με αμφιθαλείς ή  με τέκνα  ή  εγγόνους αμφιθαλών αδελφών, παίρνουν το μισό της μερίδας  που ανήκει στους αμφιθαλείς.  Το μισό επίσης παίρνουν και τα  τέκνα  ή  οι  έγγονοι  ετεροθαλών  αδελφών  που  έχουν  πεθάνει  πριν  από  τον κληρονομούμενο.»

Καταρχάς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 1815 ΑΚ εφαρμόζεται μόνον όταν στην κληρονομία συντρέχουν ετεροθαλείς αδελφοί με γονείς και/ή αμφιθαλείς αδελφούς (ή τέκνα ή εγγόνια αυτών). Αν κληρονομεί μόνον ετεροθαλής αδελφός (ή περισσότεροι ετεροθαλείς αδελφοί), δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της 1815 ΑΚ, καθώς σε αυτόν/αυτούς περιέρχεται το σύνολο της κληρονομίας  (πλην αν υπάρχει και σύζυγος, οπότε σε αυτόν/αυτούς καταλήγει το ½ αυτής), επιμεριζόμενο μεταξύ των περισσοτέρων ετεροθαλών αδελφών σε ίσα μέρη. 1

Πέραν τούτου, νομολογία και θεωρία έχουν προβληματισθεί για τον ορθό τρόπο υπολογισμού της κληρονομικής μερίδας του ετεροθαλούς αδελφού, όταν αυτός συντρέχει με γονείς ή αμφιθαλείς αδελφούς (ή τέκνα ή εγγόνια αυτών). Πιο συγκεκριμένα, έχουν υποστηριχθεί δύο θεωρίες:

α. Υποθετικός ή αφηρημένος υπολογισμός: Σύμφωνα με αυτόν, ο ετεροθαλής αδελφός λαμβάνει το ήμισυ της μερίδας που θα έπαιρνε αν ήταν αμφιθαλής. Ειδικότερα, επειδή κατά την 1815 ΑΚ βάση του υπολογισμού της κληρονομικής μερίδας του ετεροθαλούς αδελφού είναι η μερίδα του αμφιθαλούς, η οποία προσδιορίζεται στην 1814 ΑΚ, υποστηρίζεται ότι πρώτα θα πρέπει να προσδιορισθεί η μερίδα που θα έπαιρνε (θεωτηρικώς) ο ετεροθαλής αδελφός, αν ήταν και αυτός αμφιθαλής, και ακολούθως να περιορισθεί αυτή στο μισό. Διαιρείται, δηλαδή, η κληρονομία σε τόσα ίσα μέρη, όσα και οι συντρέχοντες κληρονόμοι της δεύτερης τάξης, ήτοι οι γονείς και οι αδελφοί (είτε αμφιθαλείς είτε ετεροθαλείς). Ακολούθως, το ½ της μερίδας που προκύπτει λογίζεται ως κληρονομική μερίδα του ετεροθαλούς αδελφού. 2

Π.χ. αποβιώνει ο Α χωρίς να αφήσει διαθήκη και καταλείπει εγγύτερους συγγενείς τον αμφιθαλή αδελφό του Β και τον ετεροθαλή αδελφό του Γ. Τα πρόσωπα αυτά καλούνται στην κληρονομία του Α. Διαιρώντας την κληρονομία με τον αριθμό των κληρονόμων προκύπτει κλάσμα 1/2, οπότε η μερίδα του ετεροθαλούς αδελφού Γ ανέρχεται στο ήμισυ αυτού, δηλαδή στο 1/4. Το υπόλοιπο των ¾ ανήκει στον αμφιθαλή αδελφό.

Διαπιστώνουμε πως με τον τρόπο αυτόν ο ετεροθαλής αδελφός λαμβάνει τελικώς ποσοστό υπολειπόμενο του ημίσεος εκείνου που λαμβάνει ο αμφιθαλής (1/4 έναντι 3/4). Τούτο φαντάζει αντίθετο προς τη νομοθετική επιταγή ότι οι ετεροθαλείς αδελφοί λαμβάνουν «το μισό της μερίδας που ανήκει στους αμφιθαλείς». Ωστόσο, οι υποστηρικτές της άποψης αυτής υπογραμμίζουν ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιορίσει τη μερίδα των ετεροθαλών αδελφών προς όφελος των αμφιθαλών αδελφών και των γονέων του κληρονομουμένου και όχι να αποδώσει στον πρώτο ακριβώς το μισό εκείνου που λαμβάνει ο αμφιθαλής αδελφός. 3

β. Πραγματικός υπολογισμός: Η δεύτερη θεωρία εκκινεί από τη σκέψη ότι η νομοθετική επιλογή τού περιορισμού της μερίδας του ετεροθαλούς αδελφού στο ήμισυ εκείνης του αμφιθαλούς βασίζεται στο ότι ακριβώς ο πρώτος συνδέεται με τον κληρονομούμενο μέσω ενός μόνον γονέως («μονή» ή «μισή» συγγένεια), ενώ ο δεύτερος μέσω αμφοτέρων των γονέων («διπλή» συγγένεια). 4 Επελέγη, λοιπόν, μια αναλογία 2 (ο αμφιθαλής) προς 1 (ο ετεροθαλής), η οποία αντικατοπτρίζει και τον διπλό ή μονό συγγενικό δεσμό κληρονόμου –κληρονομουμένου, έτσι ώστε ο αμφιθαλής αδελφός να λαμβάνει πάντα το διπλάσιο εκείνου που θα λάβει ο ετεροθαλής και όχι παραπάνω (αφού, άλλωστε, ο ίδιος ο κληρονομούμενος δεν όρισε διαφορετικά με διαθήκη). Για να βρεθεί η κληρονομική μερίδα του κάθε κληρονόμου στην περίπτωση αυτή θέτουμε ως αριθμητή τον αριθμό 1 για κάθε ετεροθαλή αδελφό και 2 για κάθε αμφιθαλή αδελφό ή γονέα και ως παρονομαστή το άθροισμα του διπλασίου του αριθμού των γονέων και αμφιθαλών αδελφών που κληρονομούν και του αριθμού των ετεροθαλών αδελφών (ή με πολύ απλά λόγια για κάθε ετεροθαλή αδελφό προσθέτουμε 1 και για κάθε αμφιθαλή ή γονέα 2) 5.

Στο απλουστευμένο παράδειγμα που παρατίθεται ανωτέρω προκύπτει παρανομαστής: 2 (αμφιθαλής αδελφός Β) + 1 (ετεροθαλής αδελφός Γ) = 3, οπότε ο αμφιθαλής αδελφός λαμβάνει 2/3 και ο ετεροθαλής το 1/3 της κληρονομίας.

Ο τρόπος αυτός υπολογισμού πέραν του ότι αποτελεί εφαρμογή της ανωτέρω παρατιθέμενης σκέψης για το δίκαιο της κατανομής, έχει και το πλεονέκτημα ότι καταλήγει σε μερισμό του συνόλου της κληρονομίας σε ένα μόνο στάδιο υπολογισμών επί πραγματικών δεδομένων και όχι σε περισσότερα στάδια με αναγωγή σε υποθετικό μέγεθος (υποθετική μερίδα αμφιθαλούς) και κυκλική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ (petitio principii) 6. Δηλαδή, κατά τον υποθετικό ή αφηρημένο τρόπο, αναχωρούμε από την 1814 ΑΚ και τον ίσο μερισμό μεταξύ των εγγυτέρων συγγενών (χωρίς να διακρίνουμε μεταξύ αμφιθαλών και ετεροθαλών αδελφών), για να προχωρήσουμε σε περιορισμό κατά την 1815 ΑΚ του εξαγομένου αποτελέσματος (κλάσματος) ως προς τους ετεροθαλείς αδελφούς και εν συνεχεία να ξαναδιαιρέσουμε το υπόλοιπο με τον αριθμό των λοιπών (πλην ετεροθαλών αδελφών) κληρονόμων προκειμένου να υπολογίσουμε την τελική πραγματική μερίδα του κάθε αμφιθαλούς αδελφού και του κάθε γονέως. Με δυο λόγια, ξεκινάμε από μια αρχική υποθετική κληρονομική μερίδα αμφιθαλούς αδελφού, την οποία ανάγουμε σε βάση υπολογισμού, καίτοι στο τέλος ουδείς θα λάβει αυτήν, καθώς ο μεν ετεροθαλής θα λάβει το μισό αυτής, ο δε αμφιθαλής θα λάβει τη μερίδα εκείνη που θα προκύψει από νέο υπολογισμό (διαίρεση), μετά την αφαίρεση της προσδιορισθείσης μερίδος του ετεροθαλούς. 7 Αντιθέτως, με τον πραγματικό τρόπο υπολογισμού, οι διατάξεις των 1814 και 1815 ΑΚ εφαρμόζονται ταυτοχρόνως σε έναν ενιαίο μαθηματικό υπολογισμό, που εξαρχής οδηγεί στον προσδιορισμό της τελικής, πραγματικής μερίδας εκάστου και εξάντληση της κληρονομίας. Επιπροσθέτως, ενώ με τον υποθετικό τρόπο υπολογισμού ή αναλογία των μερίδων αμφιθαλών – ετεροθαλών αδελφών διαφοροποιείται κατά περίπτωση (αναλόγως του πόσοι συγκληρονόμοι υπάρχουν 8) χωρίς αντικειμενικώς πειστική αιτιολογία, με τη μέθοδο του πραγματικού υπολογισμού καταλήγουμε πάντα σε σταθερή σχέση 2 προς 1 της μερίδας κάθε αμφιθαλούς και κάθε ετεροθαλούς αδελφού, γεγονός που ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και διευκολύνει την κατανόηση και εφαρμογή του μερισμού 9. Άλλωστε, αν ο νομοθέτης πράγματι ήθελε ο ετεροθαλής αδελφός να πάρει το μισό αυτού που θα ελάμβανε αν ήταν αμφιθαλής, μπορούσε και όφειλε να διατυπώσει αυτό ξεκάθαρα χρησιμοποιώντας φράση αναλόγου νοήματος (π.χ. «ετεροθαλείς … λαμβάνουσι το ήμισυ της μερίδος αν ήσαν αμφιθαλείς» 10).

Η νομολογία 11 και – ουχί ανεξαιρέτως – η Διοίκηση (φορολογικές αρχές) τάσσονται υπέρ του υποθετικού/αφηρημένου υπολογισμού. Τούτο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο συντάκτης του Αστικού Κώδικα Γεώργιος Μπαλής ερμήνευσε τοιουτοτρόπως την 1815 ΑΚ κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του Κώδικα 12. Ωστόσο, οι περισσότεροι θεωρητικοί προκρίνουν τον δεύτερο, πραγματικό τρόπο υπολογισμού, ως δικαιότερο και πλέον σύμφωνο με το πλέγμα των διατάξεων 1814 και 1815 ΑΚ. 13 Αναλογιζόμενοι το ότι η συνύπαρξη αμφιθαλών και ετεροθαλών αδελφών είναι όλο και πιο συχνή στις ημέρες μας από ό,τι στη δεκαετία του ‘40 (όταν υφίστατο, άλλωστε, και η υποτιμητική έννοια του μη γνησίου τέκνου), αλλά και ότι η θεωρία του πραγματικού υπολογισμού φαντάζει πιο εύληπτη και δίκαια στον μέσο κοινωνό 14 (ο οποίος κατανοεί ως απλούστερο τον κανόνα ότι ετεροθαλής παίρνει σε κάθε περίπτωση τα μισά από όσα παίρνει ο αμφιθαλής, και όχι τα μισά από όσα θα έπαιρνε βάσει ενός υποθετικού, νομικίστικου υπολογισμού, με την αναλογία, μάλιστα, να μεταβάλλεται αναλόγως του πόσοι συγκληρονόμοι υπάρχουν), είναι ώριμες οι συνθήκες για μεταστροφή της νομολογίας, ή, ακόμη καλύτερα, για τη ρητή νομοθετική διευκρίνιση του ζητήματος.

Νίκος Καλαμίτσης

20.07.2016

 

  1. βλ. Λιβάνης σε Αστικό Κώδικα Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Κληρονομικό Δίκαιο, τ.9, άρθρο 1815 σ. 407 – Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, τ. Στ΄, ημίτ. Α΄, Αθήνα 2009, άρθρο 1815, σ. 416
  2. βλ. Γέωργιο Μπαλή, Κληρονομικόν Δίκαιον, Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1965, 5η έκδ., §126, σ. 185επ.
  3. βλ. Βαθρακοκοίλη, ο.π., άρθρο 1815, σ. 416
  4. βλ. Λιτζερόπουλο, «Ο τρόπος υπολογισμού της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας των ετεροθαλών αδελφών» εις ΝοΒ 1961, 129 επ., ειδικότερα σ. 137 – Παύλο Φίλιο, Κληρονομικό Δίκαιο: Ειδικό Μέρος, Αντ. Ν. Σακκουλα, 4η έκδ. αναθεωρημένη, Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σ. 23 (όπου αναφέρεται «μισή συγγένεια, μισή μερίδα»).
  5. βλ. Νικ. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, 5η έκδ. αναθεωρημένη, σ. 375 επ.
  6. βλ. Παπαντωνίου, ο.π., §93 σ. 377 – Ταμπάκη, Αστικός Κώδιξ και αθηματικός Λογισμός, , διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1971, §§17 επ.
  7. βλ. Λιβάνη, ο.π., άρθρο 1815 σ. 406
  8. π.χ., ενώ στο παράδειγμά μας, σύμφωνα με τον υποθετικό υπολογισμό ο αμφιθαλής αδελφός Β λαμβάνει ¾ και ετεροθαλής Γ ¼, σχέση 3 προς 1, αν οι αμφιθαλείς αδελφοί ήταν δύο, θα ελάμβανε έκαστος από 5/12 και ο ετεροθαλής 2/12, σχέση 2,5 προς 1, ενώ αν υπήρχε ένας αμφιθαλής και δύο ετεροθαλείς αδελφοί, ο αμφιθαλής θα ελάμβανε 8/12 και ο κάθε ετεροθαλής από 2/12, σχέση 4 προς 1. Κι αν στα παραδείγματα αυτά η αναλογία διακυμαίνεται με μόνη της προσθαφαίρεση ετεροθαλών και/ή αμφιθαλών αδελφών, αξιοσημείωτο είναι ότι αρκεί να καλείται στην κληρονομία ένας ή και οι δύο γονείς, για να αλλάξει η αναλογία, ακόμη και αν διατηρήσουμε ίδιο τον αριθμό κάθε κατηγορίας αδελφών.
  9. βλ. Αστ. Γεωργιάδη, ΕρμΑΚ 1814-1815, αρ. 67 και 68 – Παπαντωνίου, ο.π., §93 σ. 377
  10. βλ. Εμμανουήλ Λιαδάκη, «Η διάταξη του άρθρου 1815 του Α.Κ. που η νομολογία την καθιστά άδικη», Νοτάριος σ. 41. – Χαρακτηριστικό είναι ότι ο ίδιος ο Γεώργιος Μπαλής, θεμελιωτής της κρατούσας στη νομολογία ερμηνευτικής εκδοχής, χρησιμοποιεί χηρσιμοποιεί όμοια φράση («εάν ήτο αμφιθαλής») για να υποστηρίξει τη θέση του, καίτοι αυτή δεν απαντάται στο νόμο (βλ. Γεώργιο Μπαλή, ο.π., §126, σ. 186).
  11. ΟλΑΠ 492/1960 ΝοΒ 9, 169 – ΑΠ 82/1969 ΝοΒ 17, 662 –  ΕφΑΘ 2752/1998 ΕλλΔνη 1998, 643 – ΕφΑΘ 9459/1979 ΝοΒ 28, 1181 – ΜΠρΠειρ 2202/2013 Δνη 2014, 259. Αλλιώς ΑΠ 15/1947 Θ ΝΗ΄, 55 που δέχεται τον πραγματικό υπολογισμό.
  12. βλ. Γέωργιο Μπαλή, ο.π., §126, σ. 185 επ.
  13. βλ. Λιτζερόπουλο, ο.π. – Παπαντωνίου, ο.π., §93 σ. 376 – Αστ. Γεωργιάδη, ΕρμΑΚ 1814-1815 – Φίλιος, ο.π. σ. 23 
  14. βλ. Λιαδάκη, ο.π.

Ποιες Προθεσμίες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Αναστέλλονται τον Αύγουστο

Σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται τις προθεσμίες των ακόλουθων άρθρων:

  1. 503: Η προθεσμία για την άσκηση και ο χρόνος έναρξης (της προθεσμίας για την άσκηση) ανακοπής ερημοδικίας.
  2. 518 παρ. 1 : Η προθεσμία για την άσκηση και ο χρόνος έναρξης (της προθεσμίας για την άσκηση) έφεσης.
  3. 545 παρ. 1 : Η προθεσμία αναψηλάφησης (για τους διαμένοντες στην Ελλάδα).
  4. 545 παρ.2 : Η προθεσμία αναψηλάφησης (για τους διαμένοντες στο εξωτερικό ).
  5. 564 παρ. 1 : Η προθεσμία αναιρέσεως (για τους διαμένοντες στην Ελλάδα).
  6. 564 παρ.2 : Η προθεσμία αναιρέσεως (για τους διαμένοντες στο εξωτερικό).
  7. 153 : Η προθεσμία για την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (αρ. 152 επ.).
  8. 215 παρ. 2 : Η προθεσμία για την επίδοση της ασκηθείσας αγωγής στον εναγόμενο (πρβλ. αρ. 237).
  9. 237 παρ.1 & 2: Η προθεσμία των 100 ημερών από την κατάθεση της αγωγής για την κατάθεση προτάσεων ως και αυτήν (των 15 ημερών) για την κατάθεση προσθήκης- αντίκρουσης.
  10. 238 παρ.1 : Η προθεσμία των 60 ημερών (ή 90 ημερών) για την κατάθεση και επίδοση παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων, ανακοινώσεων και ανταγωγών.
  11. 598: Η προθεσμία της αναψηλάφησης στις οικογενειακές διαφορές.
  12. 632 παρ. 2 : Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.
  13. 633 παρ. 2 : Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (μετά από νέα επίδοση αυτής).
  14. 642 : Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου.
  15. 715 παρ. 5 : Η προθεσμία για την άσκηση αγωγής για την κύρια απαίτηση από τον δανειστή κατά του οφειλέτη, εφόσον έχει διαταχθεί συντηρητική κατάσχεση υπέρ του δανειστή.
  16. 729 παρ. 5 : Η προθεσμία για την άσκηση αγωγής από εκείνον υπέρ του οποίου διατάχθηκε προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεως ή μεταρρύθμιση, σχετικά με την απαίτηση που επιδικάστηκε ή για την μεταρρύθμιση της απόφασης.
  17. 847 παρ. 1 : Η προθεσμία των 30 ημερών για την υποβολή αίτησης για την έκδοση απόφασης στην οποία να ορίζονται οι συνέπειες του αποκλεισμού δικαιώματος ή απαίτησης σύμφωνα με τον νόμο (πρβλ. αρ. 843, 846).
  18. 926 παρ. 2 : Ο υπολογισμός του έτους από την επίδοση της επιταγής για την διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης.
  19. 934 παρ. 1 στοιχείο α΄: Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης [για το στάδιο από την σύνταξη της επιταγής ως την δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης].
  20. 934 παρ. 1 στοιχείο β΄ : Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης.
  21. 943 παρ. 4 : Η προθεσμία για την κοινοποίηση της έκθεσης εκτέλεσης προς τον απόντα καθ’  ου η εκτέλεση.
  22. 955 : Η προθεσμία για την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης [επί κατάσχεσης κινητών].
  23. 966 παρ. 2 : Η προθεσμία για νέο πλειστηριασμό [λόγω μη εμφάνισης άλλων πλειοδοτών].
  24. 966 παρ. 3 : Η προθεσμία για νέο πλειστηριασμό [αν ούτε στον νέο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση].
  25. 971 παρ. 1 : Η προθεσμία των 20 ημερών για την ικανοποίηση του υπέρ ου η εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών [εάν επαρκεί το πλειστηρίασμα].
  26. 972 παρ. 1 στοιχείο β΄ ; Η προθεσμία των 5 ημερών για την αναγγελία.
  27. 973 : Οι προθεσμίες για την συνέχιση του πλειστηριασμού ύστερα από σχετική δήλωση.
  28. 974 : Οι προθεσμίες για την σύνταξη του πίνακα κατάταξης [αν δεν επαρκεί το πλειστηρίασμα].
  29. 979 παρ. 2 : Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης.
  30. 985 παρ. 1 : Η προθεσμία για την κατάθεση της δήλωσης του τρίτου όταν επιβάλλεται κατάσχεση στα χέρια του.
  31. 986 : Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου [βλ. 985].
  32. 988 παρ. 1 : Η προθεσμία για την ικανοποίηση εκείνων που επέσπευσαν κατάσχεση στα χέρια τρίτου.
  33. 995 : Η προθεσμία για την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης [επί κατάσχεσης ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών].
  34. 997 παρ. 2 : Ο χρόνος έναρξης των συνεπειών της κατάσχεσης.

ΣΩΚΕΔ 19.07.2016

updated 05.08.2016

Σύμφωνο Συμβίωσης & Γάμος: Βασικές διαφορές ως προς τις έννομες συνέπειες

Σύμφωνο συμβίωσης αποκαλείται η συμφωνία δύο ενηλίκων με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους. Ως θεσμός εισήχθη στην Ελλάδα με τον ν. 3719/2008, για να μεταρρυθμισθεί ριζικά με τον ν. 4356/2015, ο οποίος, αφενός, επέκτεινε τη δυνατότητα συνάψεως του συμφώνου και μεταξύ ομοφύλων, αφετέρου, εξομοίωσε σε μεγάλο βαθμό το σύμφωνο με το γάμο. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές μεταξύ συμφώνου συμβίωσης και γάμου (πέραν του ότι γάμος μεταξύ ομοφύλων δεν επιτρέπεται).

Καταρχάς, το σύμφωνο συνάπτεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται η τήρηση προηγούμενης διαδικασίας λήψης άδειας. Ισχύει δε από καταχωρίσεως της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας του ζεύγους. Ομοίως, το σύμφωνο λύεται με νεότερη συμβολαιογραφική συμφωνία των μερών ή με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση ενός εξ αυτών, αφού έχει κοινοποιηθεί προ τριμήνου στο έτερο μέρος με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση. Τα αποτελέσματα της λύσεως επέρχονται και πάλι με την καταχώριση της σχετικής πράξεως στο ληξιαρχείο όπου καταχωρίσθηκε και η πράξη σύστασης του συμφώνου. Δεν απαιτείται, λοιπόν, η τήρηση διαδικασίας λύσεως ενώπιον δικαστηρίου.

Ως προς τις προσωπικές σχέσεις των μερών και τις σχέσεις αυτών με τα τέκνα που γεννιούνται κατά τη διάρκεια του συμφώνου ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση του, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν στους εγγάμους. Ειδικά, όμως, για το επώνυμο προβλέπεται η δυνατότητα του κάθε μέρους να χρησιμοποιεί το επώνυμο του ετέρου στις κοινωνικές συναναστροφές του, όχι, όμως, να αποκτά και «επισήμως» το επώνυμο του (όπως μπορεί να συμβεί στο γάμο).

Σε ό,τι αφορά στις περιουσιακές σχέσεις των μερών κατά τη διάρκεια και μετά τη λύση του συμφώνου, αλλά και στα κληρονομικά ζητήματα, το σύμφωνο συμβίωσης πλέον έχει συνέπειες όμοιες με εκείνες του γάμου, με ορισμένες, όμως, αποκλίσεις συνιστάμενες κυρίως στην ευχέρεια διαφοροποίησης κατά την κατάρτιση του συμφώνου ως προς ορισμένα ζητήματα.

Εν πρώτοις εισάγεται γενική δυνατότητα απόκλισης από τις ρυθμίσεις που ισχύουν επί γάμου, με σχετικό όρο που θα περιληφθεί στο σύμφωνο. Ωστόσο, τυχόν αποκλίσεις πρέπει να συνάδουν προς τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να οδηγούν σε κατάφωρη αδικία υπέρ κάποιου των μερών 1

Πέραν τούτου, ρητώς ορίζεται στο νόμο ότι δεν επιτρέπεται η παραίτηση από το δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα, δηλαδή από το δικαίωμα του κάθε μέρους να λάβει μετά τη λύση του συμφώνου το μερίδιο που αναλογεί στη συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας του ετέρου μέρους κατά τη διάρκεια ισχύος του συμφώνου.

Αντιθέτως, μπορεί κατά την κατάρτιση του συμφώνου να χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα επί της κληρονομίας του ετέρου μέρους, επιτρέπεται, δηλαδή, ο αποκλεισμός με διαθήκη του παραιτούμενου μέρους από την κληρονομία του ετέρου μέρους. Στον γάμο τέτοιος αποκλεισμός είναι ανίσχυρος, αφού ο επιζών σύζυγος μπορεί να διεκδικήσει το ελάχιστο μερίδιο (νόμιμη μοίρα) που του δίνει ο νόμος, μη επιτρεπομένης παραίτησης από το δικαίωμα αυτό.

Ομοίως, είναι επιτρεπτή κατά την κατάρτιση του συμφώνου η παραίτηση εκατέρου των μερών από το δικαίωμα να λάβει διατροφή (από το έτερο μέρος) μετά τη λύση του, κάτι που δεν προβλέπεται στο γάμο.

Τέλος, στον ν. 4356/2015 προβλέπεται πως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που αφορά στις σχέσεις των συζύγων εφαρμόζεται αναλόγως και στις σχέσεις των μερών του συμφώνου συμβίωσης, πλην αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις. Εξ αυτού συνάγεται πως πλέον υπάρχει εξίσωση συζύγων και μερών συμφώνου συμβίωσης σε θέματα φορολογικά, κοινωνικοασφαλιστικά και εργασιακά. Αναμένεται η έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων και εγυκλίων που θα διευκρινίσουν το εύρος και πρακτικές πτυχές της εξίσωσης αυτής. Ήδη εξεδόθη η Εγκύκλιος Φ.80000/οικ.3127/117/2016 της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τη χορήγηση ασφαλιστικής κάλυψης για παροχές υγειονομικής περίθαλψης, ως μελών οικογενείας, προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, ενώ τροποποιήθηκε το άρθρο 67 του Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, ώστε τα μέρη του συμφώνου να μπορούν (χωρίς, όμως, να υποχρεούνται) να υποβάλλουν κοινή φορολογική δήλωση από τα μέρη του συμφώνου, οπότε και θα τυγχάνουν της φορολογικής αντιμετώπισης που επιφυλάσσεται στους έγγαμους.

ΣΩΚΕΔ 20.04.2016

  1. Τα θέματα περιουσιακών σχέσεων που μπορούν να ρυθμισθούν διαφορετικά απ’ ότι στο γάμο είναι κυρίως: κατά τη διάρκεια της συμβίωσης η συμβολή εκάστου των μερών του συμφώνου στις οικογενειακές ανάγκες και η αμοιβαία υποχρέωση διατροφής και διατροφής των τέκνων (για τους συζύγους βλ. ΑΚ 1389, 1390), ενώ επί διακοπής της συμβίωσης η διατροφή, η χρήση της οικογενειακής στέγης, η κατανομή των κινητών περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων (βλ. για τους συζύγους ΑΚ 1391 επ.).

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΑΝΕΙΣΠΡΑΚΤΩΝ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ

Η κατάργηση της δυνατότητας εκχώρησης ανείσπρακτων μισθωμάτων στο Δημόσιο προκειμένου αυτά να μη φορολογηθούν προκάλεσε έντονες αντιδράσεις 1. Το φαινόμενο της μη εξόφλησης μισθωμάτων έχει λάβει – μεσούσης της οικονομικής κρίσεως – μεγάλες διαστάσεις και η φορολόγηση εισοδήματος που στην πραγματικότητα δεν έχει αποκτηθεί μπορεί να οδηγήσει σε δυσβάσταχτα αποτελέσματα για τους φορολογούμενους. Για το λόγο αυτόν αναζητήθηκε άλλος μηχανισμός μη φορολόγησης ανείσπρακτων μισθωμάτων και, τελικώς, με τον ν. 4346/2015 (ΦΕΚ Α΄152/20.11.2015) εισήχθη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων για το διάστημα από 01.01.2015 και μετά, τα οποία δεν έχουν εισπραχθεί, δεν αποτελούν  φορολογητέο εισόδημα του φορολογουμένου φυσικού προσώπου που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα 2, εφόσον μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος έχει λάβει χώρα οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α. έχει εκδοθεί σε βάρος του μισθωτή διαταγή απόδοσης μισθίου,

β. έχει εκδοθεί σε βάρος του μισθωτή διαταγή πληρωμής,

γ. έχει εκδοθεί σε βάρος του μισθωτή δικαστική απόφαση αποβολής από το μίσθιο,

δ. έχει εκδοθεί σε βάρος του μισθωτή δικαστική απόφαση επιδίκασης μισθωμάτων,

ε. έχει ασκηθεί εναντίον του μισθωτή αγωγή για την αποβολή του από το μίσθιο ή

στ. έχει ασκηθεί ρναντίον του μισθωτή αγωγή για την επιδίκαση μισθωμάτων.

Όπως διευκρινίσθηκε με την ΠΟΛ. 1024/2016, τα ανείσπρακτα μισθώματα θα δηλώνονται σε χωριστό πεδίο (κωδικό) του εντύπου Ε2 και θα μεταφέρονται σε ειδικό πεδίο (κωδικό) του εντύπου Ε1. Όμως, πριν από την υποβολή της δηλώσεως ο φορολογούμενος θα πρέπει να έχει προσκομίσει στην αρμόδια για τη φορολόγησή του Δ.Ο.Υ. ευκρινή φωτοαντίγραφα των εκδοθεισών διαταγών ή δικαστικών αποφάσεων και/ή των ασκηθεισών αγωγών.

Ορισμένες παρατηρήσεις ως προς τη νέα ρύθμιση:

1. Η νέα ρύθμιση επικρίθηκε ως δείγμα κοινωνικής αναλγησίας, καθώς υποχρεώνεται ο εκμισθωτής να κινηθεί δικαστικώς κατά του μισθωτή προκειμένου να μη φορολογηθεί για μη πραγματοποιηθέν εισόδημα. Και τούτο, τη στιγμή που συχνά πια οι εκμισθωτές δείχνουν ανοχή στους τελούντες σε οικονομική αδυναμία μισθωτές, αναγνωρίζοντας τις αντικειμενικές δυσκολίες της εποχής. Η κριτική αυτή παραγνωρίζει το ότι για τη μη φορολόγηση  των ανείσπρακτων μισθωμάτων ο εκμισθωτής μπορεί να επιλέξει απλώς την άσκηση αγωγής επιδίκασης μισθωμάτων, χωρίς καν αίτημα αποβολής από το μίσθιο (εξώσεως). Οι συνέπειες μιας τέτοιας αγωγής είναι σαφώς ηπιότερες για τον μισθωτή από εκείνες της εκχώρησης των μισθωμάτων στο Δημόσιο, η οποία ίσχυε για εισοδήματα απαιτητά μέχρι και την 31.12.2014 ως προϋπόθεση για να μη φορολογηθεί ο εκμισθωτής για ανείσπρακτα μισθώματα. Mε την εκχώρηση δανειστής καθίστατο το Δημόσιο, που προχωρούσε άμεσα σε ταμειακή βεβαίωση των ανείσπρακτων μισθωμάτων σε βάρος του μισθωτή, χωρίς προηγούμενη ακρόασή του. Η δε ταμειακή βεβαίωση συνεπάγετο δυνατότητα εκτέλεσης σε βάρος του μισθωτή, αδυναμία έκδοσης βεβαίωσης φορολογικής ενημερότητας και δυνατότητα συμψηφισμού με τυχόν επιστρεπτέα ποσά φόρων. Παράλληλα, το βεβαιωθέν ποσό μισθωμάτων αθροιζόταν στα υπόλοιπα βεβαιωθέντα χρέη προς το Δημόσιο για τη συμπλήρωση του ορίου πέρα από το οποίο η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο καθίσταται αξιόποινος 3. Αντιθέτως, η αγωγή διεκδίκησης μισθωμάτων μπορεί να οδηγήσει μόνον στην έκδοση απόφασης εκτελεστής σε βάρος του μισθωτή, ενώ δανειστής παραμένει ο ιδιώτης-εκμισθωτής που έχει την ευχέρεια να συνάψει οποτεδήποτε συμβιβασμό με τον μισθωτή ή να καθυστερήσει ή ματαιώσει την εκτέλεση της απόφασης 4.

2. Η νέα ρύθμιση κινείται στη λογική του ότι για να μη φορολογηθεί κάποιος για μισθώματα που δεν εισέπραξε θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει αυτό, λαμβάνοντας τα δέοντα μέτρα ώστε να μη διαιωνίζεται μια μισθωτική σχέση, όταν ο μισθωτή δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Η οικεία διάταξη (39§4 ν. 4172/2013), όμως, κάνει λόγο για έκδοση διαταγής ή δικαστική απόφασης (οριστικής και όχι τελεσίδικης) για την πληρωμή των μισθωμάτων ή για την απόδοση του μισθίου (ή και για τα δύο) και για την άσκηση αγωγής για τη διεκδίκηση των μισθωμάτων ή για την αποβολή του μισθωτή (ή και τα δύο) χωρίς να επεκτείνεται στην τύχη αυτών. Έτσι, δεν τίθεται ως προϋπόθεση για τη μη φορολόγηση των ανείσπρακτων μισθωμάτων η εκτέλεση της διαταγής ή της δικαστικής αποφάσεως, ούτε η μη ακύρωση ή εξαφάνισή τους (κατόπιν ανακοπής ή έφεσης αντίστοιχα), ούτε η ευδοκίμηση της αγωγής. Δεν προβλέπεται δε υποχρέωση του φορολογούμενου να ενημερώσει σχετικώς τη Φορολογική Διοίκηση ως προς την τελική κατάληξη της ένδικης ενέργειάς του κατά του μισθωτή. 5Γίνεται αντιληπτό πως θα μπορούσε κάποιος φορολογούμενος να επωφεληθεί της νέας ρυθμίσεως προσκομίζοντας μια διαταγή ή δικαστική απόφαση που ενδέχεται αργότερα να ανατραπεί ή μια αγωγή που ενδέχεται να απορριφθεί. Και φυσικά, ειδικά στην περίπτωση που η ακύρωση της διαταγής ή η εξαφάνιση της αποφάσεως ή η απόρριψη της αγωγής έχουν ως αιτία το ότι τα μισθώματα είχαν εξοφληθεί, πρόδηλο είναι ότι θα έχει καταστρατηγηθεί ο σκοπός του νόμου. Δεν μπορεί, τέλος, να αποκλεισθεί και το ενδεχόμενο συμπαιγνίας του εκμισθωτή με τον μισθωτή, συνιστάμενης στη συμφωνία για την άσκηση από τον πρώτο κατά του δεύτερου αγωγής για την επιδίκαση μισθωμάτων, η οποία, όμως, ποτέ δεν θα εκδικασθεί. Με απλά λόγια, θα ασκηθεί αγωγή διεκδίκησης δήθεν ανεξόφλητων μισθωμάτων, καίτοι αυτά θα έχουν εισπραχθεί, μόνον και μόνον για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της νέας διάταξης μη επιβολής φόρου εισοδήματος, και με την προηγούμενη συμφωνία των μερών ότι η διαδικασία δεν θα συνεχισθεί. Βεβαίως, σε μελλοντικό φορολογικό έλεγχο θα μπορούσε να διαπιστωθεί από τη Φορολογική Διοίκηση το τι ακριβώς συνέβη και να επιβληθεί φόρος και οι συναφείς κυρώσεις, όμως, οι έλεγχοι σε φυσικά πρόσωπα μη ασκούντα επιχειρηματική δραστηριότητα σπανίζουν, με αποτέλεσμα το εν λόγω τέχνασμα αποφυγής φόρου να φαντάζει δελεαστικό 6. Πρόκειται για μια αδυναμία της νέας ρύθμισης που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί νομοθετικώς 7,  ώστε η μη φορολόγηση να περιορισθεί με ασφάλεια στα μισθώματα που αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί, με τη θέσπιση δικλίδων ασφαλείας είτε στο χρόνο της δηλώσεως περί μη εισπράξεως αυτών είτε  αργότερα (π.χ. υποχρέωση συζήτησης της αγωγής εντός ορισμένου χρόνου, υποχρέωση προσκομιδής τυχόν αποφάσεων επί ανακοπών, εφέσεων κ.λπ. εντός ορισμένου χρόνου, μη αναγνώριση μη καταβληθέντων μισθωμάτων ως δαπάνης που εκπίπτει από τα έσοδα μισθωτών που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα κ.λπ.).

3. Η νέα ρύθμιση ενδεχομένως να μην είναι συμφέρουσα για μεγάλο αριθμό φορολογουμένων και συγκεκριμένα για εκείνους που έχουν μικρά εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων. Και τούτο διότι τα έξοδα των δικαστικών ενεργειών που πρέπει να δρομολογηθούν ως προϋπόθεση για τη μη φορολόγηση ανείσπρακτων μισθωμάτων δεν αποκλείεται να είναι μεγαλύτερα από το ποσό του φόρου που θα κληθούν να πληρώσουν, αν δηλώσουν το σύνολο των μισθωμάτων ως εισπραχθέντων (για τις ανάγκες πάντα της φορολογίας εισοδήματος). Θα πρέπει, λοιπόν, να εξετάζεται κατά περίπτωση, αν οι δικαστικές ενέργειες θα αποφέρουν θετικό για τον φορολογούμενο οικονομικό αποτέλεσμα (πλην αν αυτός έχει αποφασίσει ούτως ή άλλως να αποβάλει τον μισθωτή από το μίσθιο).

4. Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ό,τι αφορά στον τρόπο φορολόγησης των μη εισπραχθέντων και μη φορολογηθέντων μισθωμάτων, όταν αυτά εισπραχθούν. Σύμφωνα με το νόμο τα μισθώματα που δηλώθηκαν ως ανείσπρακτα στη δήλωση για το φορολογικό έτος στο οποίο κατέστησαν απαιτητά, θα φορολογηθούν στο έτος εντός του οποίου αποδεγμένα εισπράχθηκαν. Δεν είναι ξεκάθαρο, όμως, αν η αναφορά περί φορολογίας στο έτος πραγματικής εισπράξεως προσδιορίζει μόνον το χρόνο φορολόγησης ή και το καθεστώς φορολόγησης. Θα δηλωθούν τα μισθώματα στο χρόνο πραγματικής εισπράξεώς τους με αναγωγή, όμως, στο έτος στο οποίο κατέστησαν απαιτητά και αναδρομή στις διατάξεις που ίσχυαν τότε για τη φορολόγηση μισθωμάτων, εξ ου και θα γίνει νέα εκκαθάριση φόρου για το έτος εκείνο με συνυπολογισμό στο τότε δηλωθέν εισόδημα και των μισθωμάτων που μεταγενέστερα εισπράχθηκαν; Ή μήπως, τα εν λόγω μισθώματα θα λογισθούν ως εισόδημα του φορολογικού έτους πραγματικής εισπράξεως, καίτοι η αιτία οφειλής τους ανάγεται σε προγενέστερο έτος, και θα φορολογηθούν κατά τις διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτό κατά τον χρόνο είσπραξης; Η σημασία της απάντησης στο ερώτημα είναι μεγάλη, διότι μεταξύ του έτους στο οποίο το μίσθωμα έγινε απαιτητό και εκείνου στο οποίο εισπράχθηκε ενδέχεται να υπάρχουν αλλαγές ως προς τον τρόπο φορολόγησης του εισοδήματος από ακίνητη περιουσία (αυτοτελής φορολόγηση ή σε ενιαία κλίμακα), το αφορολόγητο ή και τον συντελεστή φόρου. 8

Κατά τον γράφοντα, ο νομοθέτης επέλεξε τα δηλωθέντα ως ανείσπρακτα και μη φορολογηθέντα μισθώματα να φορολογούνται στο χρόνο πραγματικής είσπραξης σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, είτε αυτές είναι δυσμενέστερες είτε ευνοϊκότερες για τον φορολογούμενο. Τούτο συνάγεται από την αναφορά στην 39§4 ΚΦΕ ότι «Τα εν λόγω εισοδήματα φορολογούνται στο έτος και κατά το ποσό που αποδεδειγμένα εισπράχθηκαν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 8», ήτοι κατά παρέκκλιση της αρχής ότι το εισόδημα φορολογείται στο χρόνο κατά τον οποίο αποκτήθηκε το δικαίωμα είσπραξης, και από την έλλειψη περαιτέρω διευκρίνισης ότι στο έτος είσπραξης θα εφαρμοσθούν για τα έσοδα αυτά φορολογικές διατάξεις προηγούμενου έτους. 9Η λύση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην οφειλή φόρου στο χρόνο είσπραξης σημαντικά μεγαλύτερου από εκείνον του χρόνου στον οποίο ανάγονται στα μισθώματα, πράγμα που ο λειτουργεί σε βάρος του ανυπαίτιου για τη μη είσπραξη εκμισθωτή, εξαλείφοντας το όποιο όφελος αυτός είχε από τη νέα ρύθμιση (τη στιγμή, μάλιστα, που θα έχει προβεί σε δαπάνες δικαστικής διεκδίκησης για να επωφεληθεί αυτής). Δεν πρέπει να λησμονείται, όμως, πως με τη νέα ρύθμιση ο φορολογούμενος διατηρεί το δικαίωμα είσπραξης των μισθωμάτων, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε στο παρελθόν με την εκχώρηση αυτών στο Δημόσιο. Στο παρελθόν, δηλαδή, ο εκμισθωτής που ήλπιζε ότι έστω και καθυστερημένα θα εισπράξει τα μισθώματα που του οφείλονταν, είχε να επιλέξει μεταξύ του να πληρώσει φόρο γι’ αυτά, αν και η είσπραξή τους παρέμενε αβέβαιη, ή να απεμπολήσει οριστικά το δικαίωμα είσπραξης εκχωρώντας τα στο Δημόσιο για να μην φορολογηθεί. Πλέον μπορεί να μη φορολογηθεί για όσο χρόνο δεν εισπράττει, χωρίς, όμως, να χάνει το δικαίωμα είσπραξης. Με τη λύση αυτή, άλλωστε, ο φορολογούμενος καλείται σε κάθε περίπτωση να πληρώσει φόρο βάσει του πραγματικού σε κάθε έτος εισοδήματός του, το οποίο και αποτελεί το βασικό μέτρο της φοροδοτικής ικανότητάς του. Στην πλειονότητα, λοιπόν, των περιπτώσεων η νέα ρύθμιση θα λειτουργήσει μάλλον σε όφελος των φορολογουμένων εν συγκρίσει προς την παλαιά, έστω και αν το ιδανικό θα ήταν να εφαρμόζονται πάντα οι διατάξεις φορολογίας που ίσχυαν κατά το φορολογικό έτος στο οποίο το εισόδημα έγινε απαιτητό. 10

Κατακλείδα: Η νέα ρύθμιση για τη μη φορολόγηση ανείσπρακτων μισθωμάτων είναι μάλλον ηπιότερη για τον μισθωτή, κάτι που εκ πρώτης απόψεως φαντάζει αρμόζον σε μια εποχή όπου η μη εξόφληση μισθωμάτων συχνά οφείλεται σε δυσκολίες αντικειμενικές. Ωστόσο, τα περιθώρια καταστρατήγησής της είναι μεγάλα και θα πρέπει ο φορολογικός νομοθέτης να δώσει τη δυνατότητα στη Διοίκηση να ελέγχει την ουσιαστική συνδρομή των προϋποθέσεων για τη μη φορολόγηση ανείσπρακτων μισθωμάτων. Το κυριότερο, όμως, είναι πως ο κάθε εκμισθωτής που του οφείλονται μισθώματα θα πρέπει, προτού προβεί σε δικαστικές ενέργειες με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή φόρου, να σταθμίσει το κόστος αυτών εν συγκρίσει προς το φόρο που θα αποφύγει, αλλά και την πιθανότητα να εισπράξει στο μέλλον, οπότε και ενδέχεται να κληθεί να φορολογηθεί με δυσμενέστερους όρους.

Νίκος Καλαμίτσης

26.03.2016 – updated 10.03.2017

  1. Ο παλαιός Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) παρείχε τη δυνατότητα μη φορολόγησης ανείσπρακτων μισθωμάτων σε περίπτωση εκχώρησης τους στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα. Με τον νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος  (ν. 4172/2013 – ισχύς για εισοδήματα αποκτώμενα από 01.01.2014 και μετά)  η δυνατότητα αυτή αρχικώς καταργήθηκε.  Καθώς, όμως, χιλιάδες εκμισθωτές θα καλούνταν να πληρώσουν φόρο για μισθώματα του 2014 που δεν είχαν εισπράξει νομοθετήθηκε εκ νέου, τον Μάιο του 2015 (2§3 ν. 4328/2015), η δυνατότητα εκχώρησης στο Δημόσιο και μη φορολόγησης ανείσπρακτων μισθωμάτων, με ισχύ, μάλιστα, και για τα μισθώματα του φορολογικού έτους 2014. Πολύ γρήγορα, όμως, τον Οκτώβριο του 2015, η δυνατότητα αυτή καταργήθηκε και πάλι (2§3 ν. 4337/2015), αναδρομικά από 01.01.2015. Κατόπιν θεσπίσθηκε με το άρθρο 11 του ν. 4346/2015 ο περιγραφόμενος στο κείμενο μηχανισμός για τη μη φορολόγηση ανείσπρακτων μιθωμάτων.
  2. Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4346/2015 ξεκαθαρίζεται πως η ρύθμιση αφορά μόνον σε αυτούς τους φορολογούμενους.
  3. μολονότι η άσκηση ποινικής δίωξης για χρέη που πηγάζουν από σχέση ιδιωτικού δικαίου και τα οποία βεβαιώνονται χωρίς να μεσολαβήσει δικαιοδοτικό όργανο αντίκειται κατά την άποψη του γράφοντος προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
  4. Κι αν ακόμη ο εκμισθωτής κινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι αμφίβολο ότι αυτή θα καρποφορήσει αν ο μισθωτής δεν έχει εμφανή περιουσιακά στοιχεία.
  5. Στην ΠΟΛ. 1034/2017 ορίζεται ότι: “Εξαιρετικά και προκειμένου να δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης αποβολής ή της διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου μέχρι την εκτέλεση αυτής, ή οποία έλαβε χώρα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, αρκεί η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης και έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης που έχει συνταχθεί από το δικαστικό επιμελητή, ότι για το ανωτέρω διάστημα τα μισθώματα δεν έχουν εισπραχθεί.” Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να δοθεί λύση στο πρακτικό πρόβλημα ότι μία διαταγή απόδοσης ή μία απόφαση αναφέρονται σε οφειλές μέχρι του χρόνου συζητήσεως/εξετάσεως της υποθέσεως, ενώ μέχρι την έκδοση και την εκτέλεση αυτών “τρέχουν” και άλλα μισθώματα, που πιθανότατα δεν θα καταβάλει ο οφειλέτης. Προκειμένου, λοιπόν, να μην φορολογηθεί ο εκμισθωτής γι΄αυτά, αλλά και να μην υποβληθεί στη δαπάνη νέα δικαστικού αγώνος, δίδεται η διέξοδος της υποβολής υπευθύνου δηλώσεως περί μη εισπράξεως και έκθεσης αποβολής (εξώσεως) του οφειλέτη από το μίσθιο. Ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή παραγνωρίζει, αφενός, ότι ο νόμος δεν ορίζει πως τα ανείσπρακτα μισθώματα πρέπει να αναφέρονται ρητώς στο δικόγραφο ή στην απόφαση/διαταγή που προσκομίζεται (αυτό ερμηνευτικώς απαιτεί η Διοίκηση), αφετέρου, είναι πιθανόν να έχει εκδοθεί μεν εξωστική απόφαση, αλλά είτε να μην είναι χρονικώς δυνατό να εκτελεσθεί αυτή μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος, είτε να έχει αποδοθεί το ακίνητο εκουσίως από το μισθωτή(οπότε δεν θα συνταχθεί έκθεση αποβολής), είτε να έχει συμφωνηθεί η απόδοση σε κάποια προθεσμία προς αποφυγή περαιτέρω εξόδων αναγκαστικής εξώσεως και εύλογη διευκόλυνση των μερών.
  6. Η παλαιά ρύθμιση της εκχώρησης στο Δημόσιο δεν παρουσίαζε τις αδυναμίες αυτές, αφού ο οφειλέτης μισθωτής με το που ελάμβανε ατομική ειδοποίηση οφειλής μπορούσε να ασκήσει ανακοπή και να αποδείξει την εξόφληση των μισθωμάτων, ενημερώνοντας έτσι τη Φορολογική Διοίκηση, ενώ δεν νοείτο συμπαιγνία εκμισθωτή –μισθωτή, με δεδομένο ότι αυτή θα οδηγούσε σε βεβαίωση χρέους προς το Δημόσιο σε βάρος του τελευταίου.
  7. Και να μην καταλειφθεί στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων της Φορολογικής Διοίκησης, διότι μπορεί να καταφύγουν σε ερμηνείες και αναζήτηση πρόσθετων δικαιολογητικών, που θα δυσχεράνουν τελικώς την εφαρμογή της διάταξης και για τις περιπτώσεις εκείνες όπου πράγματι οφείλονται μισθώματα.
  8. Π.χ. για το 2015 τα μισθώματα φορολογούνταν αυτοτελώς με συντελεστή 11% για εισόδημα απο μισθώματα μέχρι 30.000 € και 33% για το υπερβάλλον. Από 01.01.2016 εισόδημα εκ μισθωμάτων έως και 12.000 € φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 15%, εισόδημα από μισθώματα από 12.001 € μέχει και 35.000 € φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 35% και εισόδημα άνω των 35.000 € φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 45%!
  9. Σύμφωνα με την ΠΟΛ 1034/2017 για τα έντυπα φορολογικών δηλώσεων που θα χρησιμοποιηθούν στις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2017 για τα εισοδήματα του 2016 δεν προβλέπεται χωριστό έντυπο/πεδίο ή κωδικός δηλώσεως των μισθωμάτων που εισπράχθηκαν εντός του 2016, αλλά αφορούν σε παλαιότερα έτη. Αντιθέτως υποδεικνύεται να συμπεριληφθούν στο έντυπο Ε2, όπως και τα μισθώματα που αφορούν στο 2016. Συνάγεται, λοιπόν, ότι όλα τα εισπραχθέντα εντός του 2016 μισθώματα θα συναθροισθούν, μεταφερθούν στους ίδικους κωδικούς του εντύπου Ε1 και φορολογηθούν με τον ίδιο τρόπο βάσει των διατάξεων που ισχύουν από 01.01.2016 (άρα μευψηλότερους συντελεστές σε σχέση με το 2015).
  10. Bεβαίως, η φορολόγηση εισοδημάτων που κατέστησαν απαιτητά σε παλαιότερα έτη βάσει μεταγενέστερου και δυσμενέστερου φορολογικού καθεστώτος θέτει ζητήματα συνταγματικότητας, ιδίως υπό το πρίσμα της μη επιτρεπομένης (πέραν του έτους) αναδρομικής εφαρμογής φορολογικών ρυθμίσεων και άνισης αντιμετώπισης φορολογουμένων μόνο και μόνον διότι έτυχαν σε ασυνεπή οφειλέτη/μισθωτή. Οι σχετικοί προβληματισμοί χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης (που εκφεύγει του αντικειμένου του παρόντος), θα μπορούσαν, όμως, να ξεπερασθούν κατ’ ανάλογη συλλογιστική προς εκείνη που κρατεί για την περίπτωση της φορολόγησης “αναδρομικών” μισθών και συντάξεων. Άλλωστε, ο φορολογούμενος μπορεί να επιλέξει να φορολογηθεί στο έτος στο οποίο ανάγονται τα μισθώματα, κι ας μην εισεπράχθησαν, μη δηλώνοντας αυτά ως ανείσπρακτα.

ΣΕ ΠΟΙΕΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΝΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ 421-424 ΚΠολΔ

Με την πρόσφατη ριζική αναθεώρηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δια του νόμου 4335/2015 δημιουργήθηκε για πρώτη φορά χωριστό υποκεφάλαιο για το επώνυμο αποδεικτικό μέσο της ενόρκου βεβαιώσεως. Έτσι, σε τέσσερα (4) άρθρα [421-424 ΚΠολΔ] συγκεντρώνονται πια οι διατάξεις που διέπουν τη λήψη και χρησιμοποίηση ενόρκων βεβαιώσεων, δημιουργώντας ένα ενιαίο για την τακτική και τις ειδικές διαδικασίες 1 πλέγμα ρυθμίσεων, σαφώς πιο λεπτομερές σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς 2. Οι νέες διατάξεις αφίστανται σε κάποια σημεία των παλαιών ρυθμίσεων και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και αναλύσεως 3. Αντικείμενο, όμως, του παρόντος σημειώματος δεν είναι  τούτο, αλλά το ποιες ένορκες βεβαιώσεις καταλαμβάνουν οι νέες διατάξεις, με άλλα λόγια ποιο είναι το δίκαιο μετάβασης από το παλαιό στο νέο καθεστώς.

Καταρχάς, στις μεταβατικές διατάξεις του ν. 4335/2015 δεν εντοπίζεται ειδική πρόβλεψη για τις ένορκες βεβαιώσεις. Θα έλεγε, λοιπόν, κάποιος πως ισχύει και ως προς αυτές η γενική μεταβατική διάταξη περί ενάρξεως ισχύος του Κώδικα από 01.01.2016 [άρθρο ένατο παρ. 4 ν. 4335/2015] 4, ήτοι ότι οι μετά την 01.01.2016 διδόμενες ένορκες βεβαιώσεις διέπονται από το νέο καθεστώς, ανεξαρτήτως του αν αφορούν σε αγωγές ήδη εκκρεμείς κατά την 01.01.2016. 5

Εντούτοις, από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου ενάτου του ν. 4335/2015 διαπιστώνουμε ότι ο νομοθέτης έδωσε βαρύτητα για την επιλογή εφαρμοστέου δικονομικού δικαίου στο χρόνο κατάθεσης 6 της αγωγής. Στις μεν ειδικές διαδικασίες αυτό είναι ξεκάθαρο, αφού με την παράγραφο 2 του άρθρου ενάτου ν. 4335/2015 καθίσταται σαφές πως το νέο δίκαιο διέπει τις νέες (κατατιθέμενες μετά την 01.01.2016) αγωγές, εξ αντιδιαστολής δε το παλαιό δικονομικό καθεστώς διέπει τις παλαιές αγωγές (κατατεθειμένες προ της 01.06.2016). Καθώς δεν διακρίνει ο νομοθέτης ως προς επιμέρους ζητήματα, η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει και τις ένορκες βεβαιώσεις 7, αφού οι σχετικές με αυτές διατάξεις του προϊσχύοντος καθεστώτος ευρίσκονταν διάσπαρτες στα άρθρα 591 επ. ΚΠολΔ [αλλά και στο καταργηθέν πλέον άρθρο 270 ΚΠολΔ – που εφαρμοζόταν κατά παραπομπή της 591 ΚΠολΔ και για το οποίο ο λόγος αμέσως κατωτέρω], δηλαδή στα άρθρα που κατά την προμνησθείσα μεταβατική διάταξη εξακολουθούν εφαρμοστέα στις παλαιές αγωγές.

Το αυτό, όμως, ισχύει και για τις αγωγές που συζητούνται κατά την τακτική διαδικασία, καίτοι ως προς αυτές ο νομοθέτης του ν. 4335/2015 δεν χρησιμοποίησε στην παράγραφο 1 του άρθρου ενάτου διατύπωση γενική, αλλά περιορίσθηκε να ορίσει ότι τα νέα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ ισχύουν μόνον για τις μετά την 01.01.2016 κατατιθέμενες αγωγές [ΜΠρΑθ 11906/2017 Αδημοσίευτη]. Δημιουργείται αμφιβολία για την τύχη των υπόλοιπων διατάξεων που εφαρμόζονται στην τακτική διαδικασία και δεν μνημονεύονται στην ως άνω μεταβατική διάταξη [π.χ. οι διατάξεις για τα αποδεικτικά μέσα]. Καθώς, όμως, οι νέες διατάξεις 237 και 238 ΚΠολΔ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τακτικής διαδικασίας και αλληλοδιαπλέκονται με τις υπόλοιπες δικονομικές διατάξεις της τακτικής διαδικασίας κατά τρόπο αδιάρρηκτο, υποστηρίζεται πως συμπαρασύρουν αυτές και ως προς τη μετάβαση από το παλαιό στο νέο καθεστώς. Ειδικά ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα, η θέση αυτή φαντάζει σωστή. Και τούτο διότι στις παλαιές, κατατεθείσες μέχρι και την 31.12.2015 αγωγές που πρόκειται να εκδικασθούν κατά την τακτική διαδικασία, η εφαρμογή του παλαιού 237 ΚΠολΔ [πάντα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου ενάτου του ν. 4335/2015] συνεπάγεται εφαρμογή και του – τότε ισχύοντος και σήμερα καταργημένου – 270 ΚΠολΔ, στο οποίο καταστρωνόταν ειδικώς και ο τρόπος λήψης και χρησιμοποίησης ενόρκων βεβαιώσεων κατά το παλαιό καθεστώς.

Θα μπορούσε, φυσικά, να αντιλέξει κάποιος πως η εφαρμογή των παλαιών διατάξεων στις παλαιές αγωγές και των νέων στις νέες αφορά γενικώς στη συζήτηση αυτών, το επιμέρους, όμως, ζήτημα των ενόρκων βεβαιώσεων ρυθμίζεται πια από τις απολύτως ειδικές νέες διατάξεις που συνειδητά ο νομοθέτης συγκέντρωσε σε χωριστό υποκεφάλαιο. Έτσι, θα εφαρμοσθούν στις παλαιές αγωγές οι διατάξεις των παλαιών 237, 270 και 591 επ. ΚΠολΔ, όχι, όμως, και εκείνες για τις ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες θα ισχύσουν ως ειδικότερες οι διατάξεις των νέων άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του πότε κατατέθηκε η αγωγή στην οποία θα χρησιμοποιηθούν οι βεβαιώσεις. Η λύση αυτή υπηρετεί την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αφού η ίδια διαδικασία λήψης και χρησιμοποίησης ενόρκων βεβαιώσεων θα εφαρμόζεται σε όλες τις αγωγές και σε όλες τις διαδικασίες, χωρίς ο εφαρμοστής του δικαίου να πρέπει να καταφεύγει κατά περίπτωση σε άλλες διατάξεις για να κρίνει το παραδεκτό του ίδιου επώνυμου αποδεικτικού μέσου. Πρόκειται, όμως, για λύση που δεν προκύπτει με ασφάλεια από τις μεταβατικές διατάξεις του ν. 4335/2015. Εναντίον δε αυτής μπορεί να υποστηριχθεί και το ότι οι νέες διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις είναι συνυφασμένες με την αναβάθμιση της αξίας τους στη νέα τακτική διαδικασία, όπου έχουν την πρωτοκαθεδρία, ενώ η επ’ ακροατηρίω εξέταση μαρτύρων αποτελεί την εξαίρεση, εξαρτώμενη από την κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, η αξία της ενόρκου βεβαιώσεως αναβαθμίζεται. Μη ούσης βεβαίας της εξετάσεως μάρτυρα, μόνον έτσι διασφαλίζεται η συνεισφορά μαρτυριών στη δίκη. Εφόσον δε το δικαστήριο διατάξει αυτήν, υποχρεούται να εξετάσει ως μάρτυρα κάποιο από τα πρόσωπα που έδωσαν ένορκες βεβαιώσεις, αν, φυσικά, προσκομίσθηκαν τέτοιες (237§6 ΚΠολΔ). Για τον λόγο αυτόν και ο νομοθέτης αύξησε από τρεις σε πέντε τον επιτρεπτό αριθμό ενόρκων βεβαιώσεων, και επέβαλε την εκ των προτέρων γνωστοποίηση των στοιχείων του μάρτυρα, δίνοντας τη δυνατότητα διατύπωσης ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης στο προοίμιο της ενόρκου βεβαιώσεως. Αντιθέτως, στις παλαιές αγωγές, όπου εξακολουθούν να εξετάζονται (κατά κανόνα) μάρτυρες επ’ ακροατηρίω, η ένορκη βεβαίωση έχει – σημαντικό αλλά – πιο υποβαθμισμένο ρόλο, εξ ου και δεν συντρέχει λόγος μεταβολής του τρόπου λήψης και χρησιμοποίησής τους.

Συμπερασματικώς, παρά τη διάσπαση του εφαρμοστέου στο ίδιο αποδεικτικό μέσο δικαίου, μάλλον ορθότερη (όχι, όμως, και απροσμάχητη) de lege lata είναι η άποψη περί εφαρμογής των νέων διατάξεων για τις ένορκες βεβαιώσεις μόνον στις νέες (κατατιθέμενες μετά την 01.01.2016) αγωγές, κατά το σχήμα που χάραξε ο νομοθέτης στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου ενάτου του ν. 4335/2015 8. Σίγουρα δε – μέχρι και να παγιωθεί σχετικώς ορισμένη νομολογιακή θέση – ασφαλέστερη επιλογή για την πρακτική δικηγορία είναι εκείνη της συνδυαστικής εφαρμογής παλαιών και νέων διατάξεων, ώστε σε κάθε περίπτωση (αγωγή, διαδικασία) και ως προς κάθε επιμέρους πτυχή της διαδικασίας (προθεσμία, περιεχόμενο της κλήσεως κ.λπ.) να τηρούνται οι αυστηρότερες προϋποθέσεις παραδεκτού του εν λόγω αποδεικτικού μέσου. 9

Νίκος Καλαμίτσης

15.03.2016

 

  1. δοθέντος ότι η 591§1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να ορίζει ότι «τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών», δεν υπάρχουν δε ειδικές διατάξεις αντίθετες στις 421 – 424 ΚΠολΔ.
  2. Τούτο δικαιολογείται και από το γεγονός ότι με την αναθεώρηση του Κώδικα αναβαθμίζεται η αξία των ενόρκων βεβαιώσεων, αφού πια στην τακτική διαδικασία δεν είναι δεδομένη η επ’ ακροατηρίω εξέταση μαρτύρων, αλλά επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου. Αν δε το δικαστήριο κρίνει αναγκαία την εξέταση μαρτύρων, υποχρεούται, εφόσον έχουν προσκομισθεί ένορκες βεβαιώσεις, να εξετάσει ως μάρτυρα κάποιο από τα πρόσωπα που έδωσαν αυτές (237§6 ΚΠολΔ).
  3. Πλέον προβλέπεται προθεσμία δύο εργασίμων ημερών για την κλήτευση του αντιδίκου (αλλά και των ομοδίκων) σε όλες τις διαδικασίες [ενώ κατά το παλαιό καθεστώς σε ορισμένες ειδικές διαδικασίες ίσχυε προθεσμία 24 ωρών] και ανεξαρτήτως του που θα ληφθεί η βεβαίωση [με το παλαιό καθεστώς η προθεσμία κλήτευσης για ένορκες διδόμενες ενώπιον προξένου ήταν 8 ημέρες για την τακτική διαδικασία και για τις διαδικασίες γαμικών διαφορών, διαφορών σχέσεων γονέων-τέκνων και πιστωτικών τίτλων] , απαιτείται στην κλήση να κατονομάζονται τα πρόσωπα που θα βεβαιώσουν, επιτρέπεται στους λοιπούς διαδίκους όχι μόνον να παραστούν κατά τη λήψη της ενόρκου βεβαιώσεως, αλλά και να ζητήσουν την καταγραφή στο προοίμιο αυτής «ενστάσ[εων] και αιτήσε[ων] εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση», ενώ ορίζεται πως ο κάθε διάδικος μπορεί να λάβει μέχρι πέντε ένορκες βεβαιώσεις πλέον άλλων τριών για την αντίκρουση. Βλ. αναλυτικότερα στις Σημειώσεις του Βασιλείου Χατζηιωάννου εδώ 
  4. Άλλωστε, στο μέτρο που η κλήτευση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης αποτελεί διαδικαστική πράξη, κάτι τέτοιο είναι σύμφωνο και προς τη διαχρονική αρχή μετάβασης που αποτυπώνεται και στο 12 ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται μετά την έναρξη ισχύος του νέου νομοθετικού καθεστώτος διέπονται από αυτό, ενώ οι ήδη διενεργηθείσες κρίνονται κατά το προϊσχύσαν.
  5. Βλ. Βασίλειο Χατζηιωάννου, σχόλιο κάτω από την ΑΠ 638/2015 (που αφορά στο παλαιό καθεστώς) εις ΝοΒ 2015, 2259
  6. Αγωγές κατατεθείσες προ της 01.01.2016, αλλά επιδιδόμενες, ήτοι ασκούμενες, μετά την 01.01.2016 διέπονται από το προ της 01.01.2016 καθεστώς.
  7. έτσι στην ΜΠρΑθ 1106/2016 ΕΕργΔ 2016, 741
  8. contra Μιχαήλ Μαρκουλάκης, “Λήψη ένορκης βεβαίωσης στο πλαίσιο δίκης ήδη εκκρεμούς την 01.01.2016” εις ΕΕργΔ 2016, 635
  9. Θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο πως ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες προ της 01.01.2016 κρίνονται ως προς το παραδεκτό αυτών κατά το προϊσχύον δίκαιο, μη υφισταμένης αντίθετης ρυθμίσεως στον ν. 4335/2015 και κατά την διαχρονική αρχή μεταβατικού δικαίου του εδ. β΄του άρθρου 21 ΕισΝΚΠολΔ.

Ποια ένδικα μέσα καταλαμβάνει η νέα διετής καταχρηστική προθεσμία έφεσης – αναίρεσης  

Ο ν. 4335/2015 επέφερε εκτεταμένες αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σε σημείο που έχει επικρατήσει να γίνεται λόγος για Νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Μεταξύ των πολυάριθμων αλλαγών είναι και εκείνες σε σχέση με την καταχρηστική προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης, δηλαδή της προθεσμίας που τρέχει σε περίπτωση μη επιδόσεως της αποφάσεως. Πλέον η προθεσμία αυτή είναι δύο (2) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης [518§2 και 564§2 ΚΠολΔ], αντί της προϊσχύουσας τριετούς.

Κατά τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου ένατου του ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές.»

Δοθέντος ότι η ως άνω μεταβατική διάταξη δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων μέσων και των διατάξεων που αφορούν  στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτών, κατά το γράμμα αυτής η νέα καταχρηστική προθεσμία καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 01.01.2016 ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Αν ισχύσει, όμως, η νέα συντομότερη προθεσμία για όλα τα από 01.01.2016 κατατιθέμενα ένδικα μέσα, ανεξαρτήτως του πότε δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όλες εκείνες οι αποφάσεις που εξεδόθησαν εντός του 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση μέχρι και την 31.12.2015 κατέστησαν απρόσβλητές με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από 01.01.2016. Και τούτο, διότι, αν κατατεθεί εντός του 2016 έφεση ή αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτής θα κριθεί βάσει της νέας, ήδη παρελθούσης διετούς, προθεσμίας και όχι βάσει της παλαιάς τριετούς που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή μέσα στο 2016.

Το αποτέλεσμα αυτό, αν και σύμφωνο με το γράμμα της μεταβατικής διάταξης, αλλά και με το σκοπό της ταχείας διευθέτησης των δικαστικών διενέξεων 1, οδηγεί σε άδικα αποτελέσματα, αφού διάδικοι που με το παλαιό καθεστώς θεωρούσαν πως έχουν τρία (3) έτη για την προσβολή δικαστικών αποφάσεων, χάνουν αιφνιδίως την προθεσμία άσκησης αυτών.

Φυσικά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως, αφενός, η μεταβατική διάταξη θέτει ένα σαφές χρονικό σημείο για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς, έτσι ώστε η προθεσμία να είναι ενιαία για όλες τις αποφάσεις, μη διαφοροποιούμενη αναλόγως του χρόνου δημοσίευσης αυτών κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, αφετέρου, οι διάδικοι που επιθυμούσαν να ασκήσουν έφεση ή αναίρεση κατά αποφάσεων εκδοθεισών ήδη από το 2013, είχαν επαρκή χρόνο για να πράξουν αυτό μετά τη δημοσίευση του ν. 4335/2015 (την 23.07.2015) και μέχρι και την 31.12.2015, εν όσω, δηλαδή, ίσχυε ακόμη η τριετής προθεσμία. 2Κατά τη συλλογιστική αυτή, λοιπόν, δεν είναι άδικη η ως άνω θέση, ενώ προάγει την ασφάλεια δικαίου θέτοντας ένα αντικειμενικό χρονικό όριο (01.01.2016) μετάβασης από το παλαιό στο νέο νομοθετικό καθεστώς, και, μάλιστα, για το σύνολο των περί ενδίκων μέσων διατάξεων, είτε αφορούν στον τρόπο άσκησης και στη διαδικασία συζήτησης, είτε αφορούν στην προθεσμία άσκησής τους.

Υπάρχει, όμως, και αντίλογος. Δεν είναι καθόλου  πειστική η θέση ότι η διατήρηση της ήδη ισχύουσας προθεσμίας εφέσεως ή αναιρέσεως για τις προ της 01.01.2016 δημοσιευθείσες αποφάσεις πλήττει την επιθυμητή ασφάλεια δικαίου περισσότερο από ότι η συνύπαρξη διαφορετικών κανόνων εκδίκασης αυτών, αναλόγως του χρόνου κατάθεσης του ενδίκου μέσου (πριν ή μετά την 01.01.2016). Άλλωστε, σε κάθε τροποποίηση κανόνα δικαίου «κινδυνεύει» η ασφάλεια δικαίου. Όταν δε η τροποποίηση οδηγεί σε απώλεια δικαιωμάτων και δικονομικών ευχερειών, ο κίνδυνος αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Η όψιμη σύντμηση κατά 1/3 της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως ή αναίρεσης δημιουργεί τέτοιον, ιδιαζούσης βαρύτητας κίνδυνο, ειδικά από τη στιγμή που οδηγεί σε απώλεια του θεμελιώδους δικαιώματος προσβολής μιας δικαστικής απόφασης με ένδικο μέσο. Δεν πρέπει να λησμονηθεί πως ο στερούμενος νομικών γνώσεων διάδικος ούτε παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις αλλαγές της δικονομίας ούτε βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον δικηγόρο του, από τον οποίον ενδεχομένως να ενημερώθηκε για την τριετή προθεσμία όταν η απόφαση δημοσιεύθηκε (το 2013) και έκτοτε να μην ξαναεπικοινώνησε μαζί του θεωρώντας πως έχει χρονικά περιθώρια για να αποφασίσει, αν θα προχωρήσει στην άσκηση ενδίκου μέσου. Ούτε, βεβαίως, είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αναμενόμενο ο δικηγόρος να εξετάζει όλες τις παλαιές υποθέσεις που έχει αναλάβει και να αναζητεί τους παλαιούς εντολείς του για να τους ενημερώσει για τις δικονομικές αλλαγές από τότε που επικοινώνησαν τελευταία φορά.

Επομένως, για λόγους επιείκειας, αλλά και για την πλήρη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης (20 Σ και 6 ΕΣΔΑ), κρίνεται ορθότερος ο διαχωρισμός, τουλάχιστον, των περί καταχρηστικής προθεσμίας νέων διατάξεων από τις υπόλοιπες που αφορούν στα ένδικα μέσα και η ερμηνευτική διευκρίνιση/διόρθωση του μεταβατικού καθεστώτος, έτσι ώστε η νέα συντομότερη προθεσμία να ισχύει μόνον για τις αποφάσεις που δημοσιεύονται από 01.01.2016 και μετά. Η θέση αυτή φαντάζει αντίθετη προς το γράμμα της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, ωστόσο ευπροσώπως θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως ο νομοθέτης εκ παραδρομής δεν εξαίρεσε τις περί προθεσμιών τροποποιήσεις από τις υπόλοιπες (και αριθμητικά) περισσότερες που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων μέσων.

Η επιεικέστερη αυτή θέση είναι σύμφωνη και με τις γενικές αρχές διαχρονικού δικονομικού δικαίου που αποτυπώνονται στα άρθρα του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 24§1 και 25§1 ΕισΝΚΠολΔ το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και η προθεσμία άσκησής τους κρίνεται σύμφωνα με τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης. Αντιθέτως, οι διατάξεις για τον τρόπο άσκησης καταλάμβαναν όλα τα ένδικα μέσα που ασκούνταν μετά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (25§2 ΕισΝΚΠολΔ), ενώ εκείνες για τη συζήτηση των ενδίκων μέσων (25§3 ΕισΝΚΠολΔ) καταλάμβαναν όλα τα ένδικα μέσα, είτε ασκήθηκαν πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα και ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλομένης. 3 Με τις ρυθμίσεις του ΕισΝΚΠολΔ εξασφαλιζόταν η μέγιστη ασφάλεια δικαίου. Ο χρόνος δημοσίευσης της προσβαλλομένης – γεγονός, επίσης, αντικειμενικό και, μάλιστα, μη εξαρτώμενο άμεσα από τη βούληση του διαδίκου, αλλά από την δικαστική αρχή – καθόριζε το δίκαιο που διέπει το παραδεκτό και εμπρόθεσμο των ενδίκων μέσων, όπως και το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων, ενώ η διαδικασία άσκησης και συζήτησης ήταν ενιαία για όλα τα ένδικα μέσα. Ο διάδικος γνώριζε αν μπορεί και πότε να προσβάλλει μια απόφαση 4, αλλά και το ποια παράπονά του μπορούσαν να αποτελέσουν λόγους έφεσης ή αναίρεσης, ενώ η διαδικασία άσκησης και συζήτησης ήταν μία για όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις, έτσι ώστε να μην προκαλείται σύγχυση και δυσλειτουργία ακόμη στην καθημερινή δικαστηριακή πρακτική. 5.

Ο νομοθέτης του ν. 4335/2015 δεν «αντέγραψε» το μάλλον επιτυχημένο μεταβατικό σχήμα του ΕισΝΚΠολΔ (το οποίο ηδύνατο και να διορθώσει, στην περίπτωση που είχαν διαπιστωθεί ατέλειες από την εφαρμογή του). Επέλεξε μια γενική, κάπως αόριστη διάταξη, η οποία δημιουργεί τον εκτεθέντα προβληματισμό. Η γενικότητα, όμως, της διατάξεως και η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, επιτρέπουν, αν δεν επιβάλλουν, να υιοθετηθεί η ερμηνεία ότι η προθεσμία καθορίζεται από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης που  προσβάλλεται. 6.

Σημ: Υπαρχουσών ήδη αντιφατικών αποφάσεων Τμημάτων του Αρείου Πάγου (519/2017 και 1176/2017) αναμένεται η επίλυση του ζητήματος από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατόπιν παραπομπής με την απόφαση 1855/2017 του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Νίκος Καλαμίτσης   

 08.01.2016 – updated 11.10.2017

  1. ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου πως σκοπούμενο είναι «η ταχεία περάτωση των δικών».
  2. Aυτό ακριβώς αναφέρεται στην ΑΠ 1176/2017 (Β1 Τμήμα, ΝΟΜΟΣ) που δέχθηκε την άποψη ότι η διετής καταχρηστική προθεσμία καταλαμβάνει και τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 01.01.2016, κατά αποφάσεων δημοσιευθεισών προς της ημερομηνίας αυτής:  “Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διάδικοι που είχαν ήδη πριν από την 1-1-2016 δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα κατά μη επιδοθείσης αποφάσεως αιφνιδιάσθηκαν από την επελθούσα με το ν. 4335/2015 νομοθετική μεταβολή, ενόψει τόσο της ευρείας δημοσιότητας που δόθηκε στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον πιο πάνω νόμο όσο και του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από τη δημοσίευσή αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-7-2015) μέχρι την έναρξη της ισχύος του (1-1-2016).”
  3. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρα 24-25 ΕισΝ
  4. Ας σημειωθεί ότι ο ΕισΝΚΠολΔ περιλαμβάνει και ειδικές μεταβατικές διατάξεις για τις προθεσμίες στο άρθρο 13, σύμφωνα με τις οποίες η διάρκεια των προθεσμιών κρίνεται κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ενώ η παράταση (και όχι σύντμηση), η αναστολή και η διακοπή τους κατά το νέο δίκαιο.
  5. Ως προς τις διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ αναφέρεται στην αναφερθείσα ΑΠ 1176/2017 (ΝΟΜΟΣ) “Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016 χωρίς να επιδοθούν εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ πριν από την κατά τ` ανωτέρω αντικατάστασή της. Τούτο, διότι οι διατάξεις: α) του άρθρου 13 παρ.2 ΕισΝ ΚΠολΔ, κατά την οποία ‘Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του’, β) του άρθρου 24 παρ.1 εδ. α` ΕισΝ ΚΠολΔ, κατά την οποία ‘Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση’ και γ) του άρθρου 72 παρ.4 του ν. 3994/2011 με ταυτόσημο με την αμέσως προηγούμενη περιεχόμενο, αφορούν προηγούμενες νομοθετικές μεταβολές και όχι αυτή που επήλθε με το ν. 4335/2015, στην οποία εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ.2 του ν. 4335 /2015, ως ειδική. “
  6. Την θέση αυτή υιοθέτησε η ΑΠ 519/2017 (Β2 Τμήμα, ΝΟΜΟΣ) με την αιτιολογία ότι η ερμηνευτική εκδοχή περί εφαρμογής της νέας διετούς καταχρηστικής προθεσμίας ανεξαρτήτως του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως “θα κατέληγε σε άτοπα αποτελέσματα, καθότι αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη, εάν ασκείτο μέχρι τις 31.12.2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, εάν ασκείτο αμέσως μετά την 1.1.2016, αφού θα είχε εντωμεταξύ συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία απηχεί θεμελιώδη αρχή από άποψη διαχρονικού δικονομικού δικαίου ως προς το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, προκειμένου να μην αιφνιδιάζεται ο διάδικος, ούτε να στερείται αυτός κεκτημένων δικονομικών δικαιωμάτων, ορίζεται στην παρ.1 εδ. α αυτής ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ στην παρ.2 αυτής ορίζεται ειδικότερα ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.2 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου.” Η απόφαση αυτή, πάντως, θέτει ένα απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση ενδίκων μέσων, εκείνο της 01.01.2018, κατ’ εφαρμογή της γενικής αρχής που αποτυπώνεται στην 18§2 ΕισΝΑΚ, όπου “ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στο Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015) υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτής μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του Ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης. Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016 – 1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ. 2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).” Κατά την άποψη του γράφοντος η θέση αυτή μη ορθά συγχέει τον ουσιαστικού δικαίου θεσμό της παραγραφής με τις δικονομικές προθεσμίες. Ουδείς λόγος συντρέχει για την επίλυση ενός δικονομικού ζητήματος δια της προσφυγής στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου

ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΙΝΗΤΩΝ EYΡΙΣΚΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΘΥΡΙΔΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΑΝΙΚΑΝΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

Αποσύνδεση της υλικής πράξης από τον περαιτέρω σκοπό της

I. Η στάση της νομολογίας σχετικά με τις τραπεζικές καταθέσεις

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1615, 1682 εδ. α και 1624 περ. 4 ΑΚ προκύπτει ότι, οι ασκούντες την γονική μέριμνα ανήλικου τέκνου, καθώς και ο επίτροπος και ο δικαστικός συμπαραστάτης ανικάνου οφείλουν να λάβουν δικαστική άδεια προτού επιχειρήσουν την εκποίηση τίτλων και πολύτιμων αντικειμένων, τα οποία υπάρχουν στην περιουσία του ανηλίκου και τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε  πιστωτικό ίδρυμα [ΑΚ 1614].

Ειδικότερα παρέχεται άδεια ανάληψης χρημάτων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1526, 1666 επ. σε συνδυασμό με 1623 και 1624 περ. 1 ΑΚ, εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει έκτακτη ανάγκη των αιτούντων [ήτοι των γονέων ή του δικαστικού συμπαραστάτη], λόγω οικονομικής στενότητας αυτών, αλλά και προφανής ωφέλεια για το ανήλικο τέκνο ή τον συμπαραστατούμενο, προκειμένου να καλυφθούν οι βασικές βιοτικές και εκπαιδευτικές του ανάγκες, καθώς και οι αντίστοιχες δαπάνες 1. Η περιουσία, λοιπόν, του τέκνου ή του συμπαραστατούμενου καταρχήν δεν αναλώνεται παρά μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης ύστερα από σχετική δικαστική άδεια και με την προϋπόθεση ότι η περιουσιακή κατάσταση των γονέων ή των δικαστικών συμπαραστατών δεν επιτρέπει την κάλυψη των αναγκαίων εξόδων διαβίωσης, χωρίς να διακινδυνεύσουν τη δική τους διατροφή 2.

ΙI. Η ανάληψη των κινητών πραγμάτων από την θυρίδα δεν συνιστά εκποίηση.

Ωστόσο, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη θεωρία 3, η ανάληψη κινητών από τραπεζική θυρίδα δεν συνιστά από μόνη της εκποίηση. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από τον αληθή, τελικό προορισμό χρησιμοποίησής των αναλαμβανομένων πραγμάτων, η ανάληψη αυτών αποτελεί υλική πράξη που διενεργείται μέσα στα πλαίσια της διαχειριστικής εξουσίας των νομίμων αντιπροσώπων του ανικάνου και πρέπει να αποσυνδέεται από την τυχόν επακολουθούσα επιχείρηση πράξης για την οποία απαιτείται άδεια δικαστηρίου.

Συνακόλουθα, στο ζήτημα της χρήσης της θυρίδας από τους ασκούντες την γονική μέριμνα ή από τον επίτροπο ή από τον δικαστικό συμπαραστάτη, θα πρέπει να χορηγείται δικαστική άδεια όχι γι’ αυτή καθ’ αυτήν την πρόσβαση στη θυρίδα και στην ανάληψη του περιεχομένου της, αλλά για την περαιτέρω διάθεση αυτού.

ΙII. Η ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος της χρήσης της θυρίδας από τον δικαιούχο και τους νομίμους αντιπροσώπους του.

Η δικαιολογητική βάση της παραπάνω άποψης στηρίζεται στη νομική φύση της συμβατικής σχέσης μεταξύ της Τράπεζας και του κατόχου της θυρίδας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρύθμισης των άρθρων 93§§9 και 3 ν.δ. 17.7/1923, η εν λόγω σύμβαση είναι σύμβαση μίσθωσης πράγματος [παρόλο που η Τράπεζα – εκμισθώτρια αναλαμβάνει ως παρεπόμενη υποχρέωσή της και τη φύλαξη της μισθωμένης θυρίδας]. Ο δικαιούχος της θυρίδας που είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία, δεν παύει να είναι μισθωτής αυτής, πλην, οι εξουσίες εκ της μισθωτικής σχέσεως ασκούνται μέσω του νομίμου αντιπροσώπου του, ο οποίος αντλεί το σχετικό δικαίωμα είτε απευθείας από τον νόμο [λ.χ.1510 ΑΚ] είτε δυνάμει απόφασης δικαστηρίου [λ.χ. 1592, 1676 ΑΚ]. Με βάση αυτήν τη διαπίστωση και δεδομένου ότι στο πλαίσιο της διοίκησης της περιουσίας του ανικάνου περιλαμβάνονται και διαχειριστικές πράξεις πέραν της συντήρησης, βελτίωσης και επαύξησης της περιουσίας του, συνάγεται ότι ο νόμιμος αντιπρόσωπος έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση στη θυρίδα θησαυροφυλακείου [άσχετα από τον ειδικότερο σκοπό στον οποίο αποβλέπει, ήτοι την τοποθέτηση, τον  έλεγχο ή και την ανάληψη ευρισκόμων σ’ αυτήν πραγμάτων], στο πλαίσιο της άσκησης κατά το ουσιαστικό δίκαιο του δικαιώματος χρήσης του μισθίου.

Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να οριοθετηθεί η έκταση της εξουσίας της Τράπεζας – εκμισθώτριας της θυρίδας, η οποία, κατά τη γενική διάταξη [575 ΑΚ], υποχρεούται να ενεργεί διαρκώς για την ανεμπόδιστη χρήση του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή [ή του αντιπροσώπου του] καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Πουθενά δεν προβλέπεται, ρητώς ή σιωπηρώς, υποχρέωση προσκόμισης στην Τράπεζα ειδικής νομιμοποίησης από τον μισθωτή [ή τον αντιπρόσωπό του], στην οποία να γνωστοποιείται ο λόγος για τον οποίο γίνεται χρήση της θυρίδας 4. Συμπερασματικά, η Τράπεζα δεν μπορεί να υποκατασταθεί αυτόκλητα σε προστάτη των συμφερόντων του ανικάνου από την στιγμή που ο νόμος έχει καθορίσει ρητά ποιοι είναι επιφορτισμένοι με αυτό το καθήκον 5.

Συμπέρασμα:

Συνάγεται εκ των ανωτέρω ότι η πρόσβαση του νομίμου αντιπροσώπου ανικάνου σε τραπεζική θυρίδα του τελευταίου και η ανάληψη των σε αυτήν ευρισκομένων πράγματων δεν προϋποθέτει άδεια του δικαστηρίου. Επομένως, δεν νομιποιείται η Τράπεζα να ζητεί τοιαύτη άδεια. Άδεια απαιτείται για την εκποίηση των πραγμάτων αυτών, ενέργεια, όμως, που έπεται της ανάληψής τους και δεν μπορεί να ελέγχεται από την Τράπεζα. Τυχόν δε εκποίηση από τον νόμιμο αντιπρόσωπο δίχως δικαστική άδεια ελέγχεται στο πλαίσιο των διατάξεων πέρι λογοδοσίας αυτού και επιφέρει τις νόμιμες κυρώσεις ως προς το κύρος της συναλλαγής και ως προς τον ίδιο τον νόμιμο αντιπρόσωπο του ανικάνου.

Αναστασία Κρητικού 

11.12.2015

 

 

 

 

 

 

  1. ΕιρΚαλμν 23/2013ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 738/2004 ΔΙΚΗ 2004/1129
  2. ΜΠΡ ΑΜΦ 88/2006 ΑΡΜ 2008/561
  3. βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, (2004), τ. Ε΄, σ. 1293-1294
  4. Διακρίνεται ο έλεγχος της γενικής νομιμοποίησης του γονέα, του επιτρόπου ή του δικαστικού συμπαραστάτη ως νομίμου αντιπροσώπου του ανίκανου – μισθωτή της θυρίδας, τον οποίο δικαιούται και έχει υποχρέωση να πραγματοποιήσει η Τράπεζα [βλ. 288 συνδ. 593 ΑΚ]
  5. Δ/νη 29/197, Σχόλιο του Αχχιλέα Γ. Κουτουράδη στην απόφαση υπ’ αρ. 4237/1987 ΜΠρΑθ [Δ/νη 29/196].

Αντιρρήσεις κατά του “πίνακα δικαιούχων ασφαλίσματος” των εταιρειών “ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ” & “COMΜERCIAL VALUE”

Εξ αφορμής ανακοινώσεων των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων «ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ»  και «Commercial Value» περί αναρτήσεως «πινάκων δικαιούχων ασφαλίσματος».

Ως γνωστόν η λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τελεί υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση παραβιάζει τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία της [βασικός νόμος είναι το ν.δ. 400/1970 περί «επιχειρήσεως ιδιωτικής ασφαλίσεως»], η ΤτΕ έχει την εξουσία να ανακαλέσει την άδεια λειτουργία της θέτοντάς την υπό ειδικό καθεστώς που ονμάζεται «ασφαλιστική εκκαθάριση».

Ο επόπτης της εκκαθάρισης καλεί τους δικαιούχους ασφαλίσματος [=ασφαλιστικής αποζημίωσης] να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και προχωρεί στην κατάρτιση πίνακος δικαιούχων ασφαλίσματος, τον οποίον αναρτά στο Μητρώο Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων που τηρείται στην ιστοσελίδα της ΤτΕ και ανακοινώνει την ανάρτηση δια των εφημερίδων.

Αν κάποιος ασφαλισμένος έχει αναγγείλει την απαίτησή του και δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα αυτόν ή δεν έχει αναγγείλει καθόλου την απαίτησή του, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή και να ζητήσει από το δικαστήριο [Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης] να διατάξει να συμπεριληφθεί ο ανακόπτων στον πίνακα.

Η ανακοπή εκδικάζεται με την ταχεία  διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων [άρθρο 10§3 ν.δ. 400/1970] και πρέπει να ασκηθεί εντός 45 ημερών από την τελευταία  δημοσίευση της ανακοίνωσης του εκκαθαριστή περί αναρτήσεως του πίνακος δικαιούχων ασφαλίσματος.  Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, χάνει κάθε δικαίωμανα να διεκδικήσει ο,τιδήποτε βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης που τον συνέδεε με την υπό εκκαθάριση ασφαλιστική επιχείρηση.

ΣΩΚΕΔ 

01.12.2015

Καταναλωτής στις επαγγελματικές / επιχειρηματικές πιστώσεις

Κατά το άρθρο 1§4 του νόμου 2251/1994 με τον όρο καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα), το οποίο προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες και των οποίων κάνει «τελική χρήση» αποτελώντας τον «τελικό αποδέκτη» τους. Εφαλτήριο για την ψήφιση του ελληνικού νόμου απετέλεσε η ευρωπαϊκή Oδηγία 93/13, η οποία αφορά στην προστασία των καταναλωτών από καταχρηστικές ρήτρες, τις οποίες ο προμηθευτής έχει (θεωρητικά) τη δύναμη να επιβάλλει μονομερώς και χωρίς προηγηθείσα διαπραγμάτευση στον διαπραγματευτικά αδύναμο καταναλωτή. 1

Ο ορισμός του καταναλωτή διαφέρει στα δύο νομοθετικά κείμενα. Σε αντίθεση με τον ελληνικό νόμο, η Οδηγία έχει στενότερο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς σε αυτήν ο καταναλωτής δεν νοείται ευρέως, όπως στον ελληνικό νόμο, αλλά αντιθέτως ως καταναλωτές νοούνται μόνον τα πρόσωπα τα οποία ενεργούν για σκοπούς οι οποίοι δεν σχετίζονται με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Ως κριτήριο, δηλαδή, για την απόδοση σε ένα πρόσωπο της ιδιότητας του καταναλωτή χρησιμοποιείται ο σκοπός για τον οποίο ενεργεί το πρόσωπο και το εάν ενεργεί για να εξυπηρετήσει προσωπικές ή επιχειρηματικές/εμπορικές του ανάγκες. Ο ελληνικός νόμος, από την άλλη, για να αποσαφηνίσει την έννοια του καταναλωτή δεν χρησιμοποιεί το ίδιο κριτήριο, αλλά, αντιθέτως, κριτήριο για να χαρακτηρισθεί ένα πρόσωπο ως καταναλωτής, όπως προκύπτει από το γράμμα του νόμου, είναι μόνον το εάν αυτός είναι τελικός αποδέκτης των προϊόντων ή υπηρεσιών και εάν κάνει τελική χρήση αυτών. Απαιτείται, δηλαδή, να μην διαθέτει τα προϊόντα και/ή να μη χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες ως μεταπωλητής/ενδιάμεσος σε δευτερογενή αγορά καταναλωτών.

Η ως άνω ευρεία έννοια του καταναλωτή γίνεται δεκτή από το μεγαλύτερο τμήμα της θεωρίας 2 και της νομολογίας 3. Ωστόσο, υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία ορθότερη είναι η στενή ερμηνεία της έννοιας του καταναλωτή, κατά την οποία εξαιρούνται αυτής (συνεπώς και της αυξημένης προστασίας) οι έμποροι / επιχειρηματίες και γενικά όλα εκείνα τα πρόσωπα τα οποία προμηθεύονται αγαθά και υπηρεσίες στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

Κύριο επιχείρημα της άποψης αυτής είναι πως η στενή αυτή έννοια του καταναλωτή εναρμονίζεται με τον ορισμό του καταναλωτή που απαντάται στις οικείες ευρωπαϊκές Οδηγίες, η δε ερμηνεία του ελληνικού νόμου θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις Οδηγίες αυτές 4 Η θέση αυτή, όμως, παραγνωρίζει το γεγονός πως οι αρχικές ευρωπαϊκές Οδηγίες ήταν Οδηγίες ελάχιστης εναρμόνισης, επιτρέποντας, έτσι, στα Κράτη Μέλη να θεσπίσουν αυστηρότερες και πιο προστατευτικές διατάξεις, πράγμα το οποίο και έπραξε ο έλληνας νομοθέτης υιοθετώντας ευρύτερο ορισμό του καταναλωτή, προστατεύοντας συνειδητά ακόμη και τους εμπόρους και επαγγελματίες που ενεργούν ως τελικοί αποδέκτες προϊόντων και υπηρεσιών και κάνουν χρήση αυτών για ίδιες ανάγκες (έστω και επαγγελματικές). 5Χαρακτηριστικά, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται πως «οι νομοθετικοί ορισμοί είναι ευρύτατοι… Με τους ορισμούς που προτείνονται ο νόμος αποκτά πλήρη δυνατότητα εφαρμογής όπου υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική ρυθμιστική ανάγκη». 6 Με την επιλογή του αυτή ο έλληνας νομοθέτης θέλησε να διασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή προστασία, περιλαμβάνοντας στο πεδίο αυτής όχι μόνον τους μη εμπόρους καταναλωτές, αλλά και τους εμπόρους και επιχειρηματίες οι οποίοι αποτελούν τελικούς αποδέκτες και χρήστες των προϊόντων και υπηρεσιών που προμηθεύονται/λαμβάνουν και ως προς τις οποίες δεν αποτελούν μεσολαβητές προς τρίτους ή ενδιάμεσους προμηθευτές σε επόμενο στάδιο της αγοράς. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται κυρίως από την αντίληψη πως στην ελληνική πραγματικότητα όλοι οι καταναλωτές, είτε πρόκειται για μη εμπόρους είτε για εμπόρους, λειτουργούν ερασιτεχνικά όταν πρόκειται περί προϊόντων των οποίων αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες. 7 Το κριτήριο του τελικού αποδέκτη εφαρμόζεται οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα εφαρμογής του νόμου και μπορεί να ισχύσει ακόμη και υπέρ ΝΠΔΔ (δήμοι κτλ.), όταν δρουν ως ιδιώτες. 8

Ένα άλλο επιχείρημα της μη κρατούσας άποψης αντλήθηκε με αφορμή την αναθεώρηση του νόμου για την προστασία του καταναλωτή με τον νόμο 3587/2007 (για την ενσωμάτωση της  Οδηγίας 2008/48), ότε και προστέθηκε νέο εδάφιο στον ορισμό του καταναλωτή, που ορίζει πως και το πρόσωπο που εγγυάται υπέρ του καταναλωτή θεωρείται καταναλωτής, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση πως ο εγγυητής αυτός δεν δρα προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών ή εμπορικών του δραστηριοτήτων. Εκ της προσθήκης αυτής εξήχθη επιχείρημα  υπέρ της στενής προσέγγισης της έννοιας του καταναλωτή, με το σκεπτικό ότι με την νέα ρύθμιση δημιουργείται μια αντίθεση ανάμεσα στην γενικώς παρεχόμενη προστασία υπέρ του καταναλωτή, ο οποίος νοείται ευρέως, και στην ειδική προστασία του εγγυητή, ο οποίος αποκτά την ιδιότητα του καταναλωτή και τυγχάνει της αντίστοιχης προστασίας υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις. Υποστηρίχθηκε, λοιπόν, ότι, επειδή πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει την προστασία και του εγγυητή (μη τελικού αποδέκτη – χρήστη των προϊόντων υπηρεσιών),  θα πρέπει να γίνει σύμφωνη με την Οδηγία διορθωτική ερμηνεία της εγχώριας διάταξης, ώστε ο εγγυητής να απολαμβάνει της προστασίας του καταναλωτή με τις προϋποθεσεις που ισχύουν και για κάθε άλλο συναλλασσόμενος 9.  Από τη στιγμή, όμως, που ο σκοπός του νόμου και η βούληση του ιστορικού νομοθέτη είναι να παρέχουν την ευρύτερη δυνατή προστασία, δεν γίνεται να δικαιολογηθεί μια στενή ερμηνεία λόγω της προσθήκης και μόνον του εδαφίου για τον εγγυητή. Άλλωστε, τυχόν αναντιστοιχία μεταξύ προστασίας του καταναλωτή εν γένει και του εγγυητή ειδικώς, μπορεί και πρέπει να αρθεί με την παροχή της ευρύτερης προστασίας σε όλους, καθώς τούτο είναι περισσότερο σύμφωνο με το πνεύμα του ελληνικού νόμου, η δε σχετική προσθήκη στο κείμενο του νόμου έγινε προς όφελος των προσώπων που έχουν εγγυηθεί υπέρ τρίτων, ακριβώς για να παρακαμφθεί το γεγονός πως τα πρόσωπα αυτά δεν αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες των προϊόντων / υπηρεσιών, εξ ου και κατά το γράμμα της διάταξης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως δεν δικαιούνται προστασίας.

Ένα τελευταίο επιχείρημα της άποψης υπέρ της στενής ερμηνείας της έννοιας του καταναλωτή, αναχωρεί από το γεγονός πως οι νεότερες ευρωπαϊκές Οδηγίες, που και αυτές ορίζουν στενά την έννοια του καταναλωτή (όπως π.χ. η Οδηγία για την προστασία της καταναλωτικής πίστης 2008/48/ΕΚ 10), είναι πλήρους εναρμόνισης και τα Κράτη Μέλη δεν δύνανται να θεσπίσουν διατάξεις με μεγαλύτερο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής 11. Το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές. Οι νεότερες Οδηγίες δεν αφορούν στη γενική προστασία του καταναλωτή, όπως η Οδηγία 93/13, αλλά άπτονται ειδικών ζητημάτων(όπως π.χ, οι καταναλωτικές συμβάσεις μεταξύ 200 και 75.000 ευρώ), για τα οποία και μόνον εκρίθη σκόπιμο να υιθετηθεί διαφορετικός ορισμός του καταναλωτή. Η μη κρατούσα γνώμη παραβλέπει αυτή την «ειδικότητα» των εν λόγω Οδηγιών, ως, επίσης, παραβλέπει και άλλες Οδηγίες που αφορούν και αυτές σε ειδικά ζητήματα, όπου ο καταναλωτής ορίζεται ευρέως ή ακόμη ευρύτερα και από την Οδηγία 93/13 (βλ. τις Οδηγίες για προστασία της υγείας των καταναλωτών). Επομένως, οι επιμέρους ορισμοί του καταναλωτή σε ειδικές διατάξεις που παρέχουν ειδική προστασία δεν μπορούν να επηρεάσουν την ερμηνεία του νομοθετικού όρου σε μια διάταξη, η οποία στοχεύει στο να παρέχει γενική και ευρεία προστασία.

Επομένως, η κρατούσα άποψη περί της ευρείας εννοίας του καταναλωτή που δικαιούται προστασίας φαντάζει ορθότερη, είναι δε σίγουρα η μόνη σύμφωνη με το γράμμα του ελληνικού νόμου. Αποδοχή της άποψης αυτής συνεπάγεται πως π.χ. έμπορος ηλεκτρικών ειδών που λαμβάνει τραπεζικό δάνειο για την επιχείρησή του θεωρείται ως καταναλωτής, καθώς η λήψη χρημάτων από το πιστωτικό ίδρυμα πραγματοποιείται για ιδία χρήση αυτών από τον έμπορο. Το γεγονός πως ο έμπορος αποσκοπεί με τη λήψη του δανείου να επεκτείνει την επιχείρησή του δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το γεγονός και μόνον πως ο έμπορος αποτελεί τελικό αποδέκτη και χρήστη της χρηματικής παροχής για να καθίσταται καταναλωτής απέναντι στο πιστωτικό ίδρυμα, οπότε και θα εφαρμοστούν όλες οι διατάξεις περί καταχρηστικότητας των ΓΟΣ στην μεταξύ εμπόρου και πιστωτικού ιδρύματος σύμβαση. Με το ισχύοντα ορισμό του ελληνικού νόμου ο έμπορος ηλεκτρικών ειδών δεν θεωρείται καταναλωτής μόνο στην περίπτωση της προμήθειας των ηλεκτρικών ειδών τα οποία μεταπωλεί σε τρίτους. Απ’ την άλλη, η παροχή από πιστωτικό ίδρυμα τραπεζικών χορηγήσεων καθιστά πάντα καταναλωτή τον συμβαλλόμενο του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς δεν νοείται διαμεσολάβηση στις τραπεζικές χορηγήσεις πλην των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Τα ανωτέρω αποσαφηνίζονται εύγλωττα στην πρόσφατη απόφαση 13/2015 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, χωρίο της οποίας παρατίθεται ως κατακλείδα:

«Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 “προστασία καταναλωτών”, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διηύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ’ αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β’ της Οδηγίας “καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες”, ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του προϊσχύσαντος νόμου 1961/1991 “καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών”. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι “Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή”, επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας. Ετσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του, ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ίδιου παραπάνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ενόψει των εκτεθέντων: Α) Ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994. Β) Ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης

Σύνταξη: Σπύρος Μίχας

Επιμέλεια: Νίκος Καλαμίτσης

17.10.2016

  1. Η έννοια του καταναλωτή δεν είναι μονοσήμαντη ούτε στον ελληνικό νόμο ούτε και στις ευρωπαϊκές οδηγίες. Αντιθέτως μεταβάλλεται ανάλογα με τις προτεραιότητες του νομοθέτη και το εκάστοτε ρυθμιζόμενο ζήτημα. Εν προκειμένω, αντικείμενο μελέτης αποτελεί η γενική έννοια του καταναλωτή. Οι επιμέρους διαφοροποιήσεις της σε ειδικότερες περιπτώσεις κείνται εκτός πεδίου του παρόντος. Βλ αναλυτικά Λιβαδά, ΔΕΕ 2005, σελ 1137
  2. Βλ. Δέλλιο, Προστασία των Καταναλωτών και Σύστημα Ιδιωτικού Δικαίου, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005, τ. Ι, σελ. 224 επ., 242 επ. – Καράκωστα, Δίκαιο Καταναλωτών, σελ. 71 επ. – Περάκη εις ΔΕΕ 1995, σελ 33 και ιδίως Δωρή εις ΝοΒ 2004, σελ 729, 733 επ.
  3. ΑΠ 15/2007, ΧρΙΔ 2007, 426 – ΕφΑθ 776/2006, ΕλλΔνη 2006, 1492 – ΕφΘεσ 899/1998, Αρμ. 2001,  383 – ΠΠρΑθ 1990/2004,  ΝοΒ 2004, 1592 – ΠΠρΑθ 2235/2003, ΝοΒ 2004, 425 –  ΜΠρΘεσ 2619/2007, Αρμ. 2007, 1219 – ΜΠρΘεσ 34071/2006, ΔΕΕ 2007,  81 – ΜΠρΤρικ 137/2003, ΕλλΔνη 2003,  1433 – ΜΠρΑθ 2772/2002, ΕΕμπΔ 2002, 805 – ΜΠρΘεσ 40804/2005, ΔΕΕ 2006,806 – ΕφΑθ 2780/2014, ΔΕΕ 2014, 847 – ΜΠρΘεσ 7423/2015, ΕφΑστΔ 2015, 638
  4. ΕφΑθ 3884/2006 ΕλλΔνη 48, 303
  5. Βλ αναλυτικά Δωρής εις ΝοΒ 2004, σ. 729 επ.
  6. Ibid, σελ 730 υποσημ. 4
  7. Παπανικολάου εις ΔΕΕ 2010, σ. 4 επ., υπό ΙΙΙ 2
  8. ΕλΣυν 155/2008, ΔΕΕ 2009, 1378
  9. Νεότερη νομολογία ακολούθησε σε περιορισμένο βαθμό την άποψη αυτή, ιδίως σε περιπτώσεις επενδυτικών υπηρεσιών που παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα σε μη ιδιώτες επενδυτές. ΕφΑθ 1159/2012, ΔΕΕ 2012, 676 – ΕφΑθ 3670/2012, ΔΕΕ 2012, 1039 – ΜονΕφΑθ 6070/2014, ΔΕΕ 2015, 254 – ΜονΕφΑθ 5605/2014, ΔΕΕ 2015, 63 – ΜΠρΑθ 3443/2013, ΧρημΔ 2014, 163.
  10. Αφορά συμβάσεις πίστωσης προς ιδιώτες, οι οποίες δεν καλύπτονται από υποθήκη και με ύψος από 200 έως 75.000 ευρώ.
  11. Μάλιστα, υποστηρίζεται πως η ΕΕ για τον λόγο αυτό εκδίδει πλέον οδηγίες πλήρους εναρμόνισης στον τομέα της προστασίας του καταναλωτή, ακριβώς ώστε τα Κράτη Μέλη (όπως η Ελλάδα) να μην παρέχουν ευρύτερη προστασία με εσωτερικές διατάξεις.