Σωτήριος Καλαμίτσης

Εταιρεία Δικηγόρων

Θέση Εργαζομένου σε Διαθεσιμότητα

Σύμφωνα με το άρθρο 10§1 εδ. α του νόμου 3195/1955 όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 4 του νόμου 3846/2010, «οι επιχειρήσεις και οι εκμεταλλεύσεις, αν έχει περιοριστεί η οικονομική τους δραστηριότητα, μπορούν, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να θέτουν εγγράφως σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά του τρεις μήνες ετησίως, μόνο εφ’ όσον προηγουμένως προβούν σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 240/2006».  Περαιτέρω, στο εδάφιο β του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «αν στην επιχείρηση δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφ’ άπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δυο τελευταίων μηνών, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Μετά την εξάντληση του τριμήνου, προκειμένου να τεθεί εκ νέου ο ίδιος εργαζόμενος σε διαθεσιμότητα απαιτείται και η παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στις οικείες Υπηρεσίες του ΣΕΠΕ, του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ με οποιονδήποτε τρόπο τη σχετική δήλωση περί διαθεσιμότητας, μέρους ή του συνόλου του προσωπικού του.». 1

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για την άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη περί θέσεως σε διαθεσιμότητα του μισθωτού πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις:

α. να συντρέχει περίπτωση περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, ώστε να καθίσταται αδύνατη και ασύμφορη η απασχόλησή του συνόλου ή μέρους του προσωπικού της επιχείρησης 2. Τέτοιος περιορισμός υπάρχει όταν η επιχείρηση δεν μπορεί πρόσκαιρα να διαθέσει τα προϊόντα της 3 και σταματά την παραγωγή τους ή διακόπτει τις εργασίες της λόγω εκτεταμένων επισκευών ή ανακαίνισης του καταστήματος ή του εργοστασίου της 4. Διαθεσιμότητα, όμως, για άλλους λόγους που δεν σχετίζονται με τον περιορισμό των εργασιών της επιχείρησης δεν επιτρέπεται. Τυχόν προσωρινή οικονομική ή ταμειακή δυσχέρεια του εργοδότη να καταβάλλει μισθό στον εργαζόμενο δεν αρκεί από μόνη της  προκειμένου να τεθεί ο μισθωτός σε διαθεσιμότητα 5. Συνάγεται, ότι η εν λόγω προϋπόθεση εστιάζει κυρίως στη συρρίκνωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης.

β. να έχει προηγηθεί διαβούλευση με τους εργαζομένους, χωρίς, όμως, να απαιτείται η διαβούλευση αυτή να καταλήξει και στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους. Ας σημειωθεί ότι με το προ του ν. 3846/2010 καθεστώς είχε κριθεί πως η μη τήρηση της προϋπόθεσης αυτής δεν επέφερε ακυρότητα της διαθεσιμότητος 6.

γ. να κοινοποιηθεί έγγραφη δήλωση του εργοδότη προς τον μισθωτό[/ref] ότι τον θέτει σε καθεστώς διαθεσιμότητας.

Ως προς τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, αυτή δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τους τρεις μήνες ανά έτος, χωρίς, όμως, να απαιτείται αυτοί να είναι συνεχόμενοι. Επιτρέπεται, δηλαδή, να τεθεί ο μισθωτός σε διαθεσιμότητα για περισσότερα, μικρότερα των τριών μηνών χρονικά διαστήματα εντός του ιδίου έτους, υπό τον όρο ότι το άθροισμα αυτών δεν υπερβαίνει του τρεις μήνες. Υποστηρίζεται, ωστόσο, ευλόγως, πως ο θεσμός της διαθεσιμότητας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά, με τη θέση του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα για πολλά, ιδιαιτέρως σύντομα χρονικά διαστήματα, όπως π.χ. 1-2 ημέρες ανά εβδομάδα, καθώς με τον τρόπο αυτό ο μισθωτός περιέρχεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση, έχων απολέσει το ήμισυ των αποδοχών του και αδυνατών να βρει προσωρινή απασχόληση σε άλλη εργασία, εξαιτίας ακριβώς του ότι θα πρέπει να διακόπτει και επανέρχεται σε αυτήν συνεχώς (τελών ουσιαστικά σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας) 7.

Το δικαίωμα του εργοδότη να θέσει τον εργαζόμενο σε καθεστώς διαθεσιμότητας ελέγχεται  ως προς το αν ασκήθηκε καταχρηστικά, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος αυτού, τόσο ως προς τις τυπικές όσο και ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις 8.  Ενδεικτικώς,  καταχρηστική μπορεί να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος

– όταν ο εργοδότης θέτει σε διαθεσιμότητα εργαζομένους και ταυτόχρονα προσλαμβάνει άλλους για την ίδια εργασία,

– όταν ο εργοδότης – μολονότι δεν τίθεται εκ του νόμου προθεσμία προειδοποίησης του μισθωτού – γνωστοποιεί με ιδιαίτερη καθυστέρηση την πρόθεσή του περί θέσεως του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα, με αποτέλεσμα να αιφνιδιασθεί ο εργαζόμενος, αδυνατών να αναζητήσει εγκαίρως πρόκαιρη απασχόληση αλλού για τον μετριασμό των συνεπειών της διαθεσιμότητος,

– στην αναφερθείσα περίπτωση της θέσεως μισθωτού σε διαθεσιμότητα για πολύ μικρά επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα, – σε οποιαδήποτε περίπτωση η επιλογή των εργαζομένων που ετέθησαν σε διαθεσιμότητα δεν ανταποκρίνεται στα νομολογιακώς γενόμενα δεκτά κριτήρια (κριτήρια κοινωνικά, κριτήρια αφορώντα στην προσωπική-οικογενεαική κατάστασης των εργαζομένων, κριτήρια σχετικά με τις ανάγκες της επιχείρησης κ.λπ.)]

Αν κριθεί καταχρηστική η δήλωση του εργοδότη περί διαθεσιμότητος, τότε αυτή είναι άκυρη και δεν γεννά κανένα έννομο αποτέλεσμα, εξ ου, και εάν ο εργοδότης δεν αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, καθίσταται αυτός υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και υποχρεούται να καταβάλλει στο μισθωτό το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του.. Περαιτέρω, επί μη νόμιμης θέσεως του μισθωτού σε διαθεσιμότητα η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού μπορεί να θεωρηθεί και ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας και κατ’ επέκταση ως καταγγελία αυτής, συνεπαγόμενη δικαίωμα του μισθωτού για  αποζημίωση λόγω απόλυσης 9.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας σε άλλο εργοδότη επιτρέπεται και ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμά του για λήψη του ημίσεος των αποδοχών που δικαιούται βάσει των περί διαθεσιμότητος διατάξεων, αφού η ένσταση του άρθρου 656 εδ. δ ΑΚ [αφαίρεση από τον οφειλόμενο μισθό κάθε ωφέλειας του μισθωτού από την παροχή εργασίας αλλού] δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής 10. Ωστόσο, ο εργοδότης που ενεργοποίησε τη διαθεσιμότητα μπορεί κατά την μάλλον κρατούσα άποψη να ανακαλέσει αυτήν οποτεδήποτε πριν από το χρόνο κανονικής λήξης [με το σκεπτικό ότι η ανάκληση της διαθεσιμότητας προ της λήξεώς της αποβαίνει προς όφελος τόσο της επιχείρησης όσο και του εργαζομένου ως επάνοδος στην κανονικότητα], οπότε και υποχρεούται ο μισθωτός να επανέλθει στην εργασία του 11.

Πέραν δε της καταβολής του ημίσεος του μηνιαίου μισθού του, ο μισθωτός δικαιούται – εφόσον δεν απασχολείται αλλού – και συμπληρωματική επιδότηση από τον ΟΑΕΔ [άρθρο 20§1 ν. 1836/1989 12], ενώ στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν καταβάλλει τις οφειλόμενες κατά το διάστημα της διαθεσιμότητος αποδοχές, μπορεί να διωχθεί ποινικώς βάσει του άρθρου 1 του αναγκαστικού νόμου 690/1954.

Τέλος, επειδή η διαθεσιμότητα αποτελεί μορφή αναστολής της σύμβασης εργασίας, ο χρόνος που διανύεται αποτελεί πραγματικό χρόνο εργασίας του μισθωτού για τη θεμελίωση και υπολογισμό των εργασιακών δικαιωμάτων του (όπως για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, των επιδομάτων και δώρων, άδεια αναψυχής κ.λπ.), ενώ συνεχίζεται κανονικά και η κοινωνική ασφάλιση του εργαζομένου. 13 Ταυτοχρόνως, όμως, της συμβάσεως εργασίας συνεχιζομένης, αλλά τελούσης σε αναστολή, δικαιούται ο εργοδότης από την πλευρά του να καταγγείλει αυτήν ακόμη και κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητος, σύμφωνα με τις κοινές περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας διατάξεις (οφείλων αποζημίωση που υπολογίζεται επί των αποδοχών πλήρους απασχόλησης του μισθωτού και όχι εκείνων της διαθεσιμότητος), με την αντίθετη άποψη η οποία υποστηρίζει ότι γεννώνται  ζητήματα νομιμότητας της σχετικής καταγγελίας καθώς και καταχρηστικότητας στην ασκηση αυτής 14 .

Βασίλης Οικονόμου

31.07.2015

  1. Το πλήρες κείμενο του άρθρου: «1. Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, αν έχει περιοριστεί η οικονομική τους δραστηριότητα, μπορούν, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να θέτουν εγγράφως σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους τρεις (3) μήνες ετησίως, μόνο εφόσον προηγουμένως προβούν σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 (ΦΕΚ 252 Α ) και του ν. 1767/1988(ΦΕΚ 63 Α ). Αν στην επιχείρηση δεν υπάρχουν εκπρόσωποι εργαζομένων η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Μετά την εξάντληση του τριμήνου, προκειμένου να τεθεί εκ νέου ο ίδιος εργαζόμενος σε διαθεσιμότητα απαιτείται και η παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στις οικείες Υπηρεσίες του ΣΕΠΕ, του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ με οποιονδήποτε τρόπο τη σχετική δήλωση περί διαθεσιμότητας, μέρους ή του συνόλου του προσωπικού του.
    2. Για τη θέση των μισθωτών σε διαθεσιμότητα στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις κοινής ωφελείας που απασχολούν περισσότερους από πέντε χιλιάδες (5.000) μισθωτούς, απαιτείται έγκριση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που χορηγείται με αίτηση του εργοδότη, μετά τη γνώμη της Ολομελείας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας. Εάν μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δεν αποφανθεί ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ο εργοδότης μπορεί και χωρίς έγκριση να θέσει σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς, τηρώντας τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.3. Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις της προηγούμενης παραγράφου που θέτουν σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, υποχρεούνται στην καταβολή πλήρων αποδοχών, έστω και αν οι μισθωτοί αποδέχθηκαν τη διαθεσιμότητα και δεν παρείχαν τις υπηρεσίες τους.»
  2. βλ. ΑΠ 499/1990 ΔΕΝ 1991, 395
  3. βλ. ΕφΘεσ 473/1993, Δ/νη 1994, 663 – ΕφΘεσ 2513/2002, Αρμ 2002, 1491
  4. βλ. ΑΠ 647/1982 ΝοΒ 1983, 501
  5. βλ. ΕφΘεσσ 473/1993 Δ/νη 1994, 663
  6. βλ. ΑΠ 259/2005, ΕΕΔ 2006, 556
  7. βλ. Ιωάννη Ληξουριώτη, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2005, σ. 490
  8. βλ. ΑΠ 647/1982 ΔΕΝ 38, 724 -ΑΠ 801/1990 ΕΕργΔ 1991, 75 – ΕφΘεσ 2513/2002 Αρμ 2002 1491 – ΜΠρΞάνθης 145/2014 ΝΟΜΟΣ – και Ιωάννη Ληξουριώτη, ο.π., σ. 486
  9. βλ. ΕφΘεσσ 2513/2002 ο.π.
  10. βλ. ΜΠρΑθ 13313/1999 ΕΕργΔ 2001, 91 – ΑΠ 148/2005 ΝΟΜΟΣ – Ιωάννη Ληξουριώτη, Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου – Ατομικές και Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Νομική Βιβλιοθήκη Έκδοση 2008, σ. 418
  11. Θα μπορούσε, ωστόσο, να υποστηριχθεί πως η αιφνίδια ανάκληση της διαθεσιμότητος δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται, διότι αιφνιδιάζει τον εργαζόμενο, ο οποίος, για την αναπλήρωση των απολεσθεισών εξαιτίας της διαθεσιμότητος αποδοχών, ενδεχομένως να έχει εξασφαλίσει πρόσκαιρη εργασία και να μη δύναται να επιτύχει αζήμια πρόωρη απεμπλοκή του από τη δεύτερη αυτή σύμβαση απασχόλησης. Φρονούμε, ωστόσο, πως η ευχέρεια πρόωρης ανάκλησης της διαθεσιμότητος είναι σύμφυτη με την έννοια της διαθεσιμότητος ως μερικής αναστολής και ουχί κατάλυσης της συμβάσεως εργασίας, που αποσκοπεί στη διάσωση αυτής. Δυσμενείς συνέπειες της πρόωρης ανάκλησης μπορούν να αντιμετωπισθούν βάσει των αρχών της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και με κριτήριο τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος (ελεγχομένης ως εκ τούτου της ασκήσεως και του δικαιώματος ανάκλησης και επιμονής σε άμεση επιστροφή στην εργασία ως προς τυχόν καταχρηστικότητα).     
  12. Επίδομα ίσο με το 10% του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, το οποίο δεν καταβάλλεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τρεις μήνες κάθε έτος. Ο μισθωτός μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επιδότησης μέσα σε 60 ημέρες από την ημερομηνία θέσεώς του σε διαθεσιμότητα (έναρξης αυτής). Βλ. http://www.oaed.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=660&Itemid=774&lang=en ,
  13. Υπολογίζονται κρατήσεις ασφαλιστικών εισφορών επί των μειωμένων αποδοχών του χρόνου διαθεσιμότητος (και επί των αναλογούντων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας), ο οποίος λογίζεται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην ασφάλιση στο ΙΚΑ (τόσες ημέρες ασφάλισης όσες θα δικαιούταν ο εργαζόμενος αν εργαζόταν κανονικά στο εππίμαχο χρονικό διάστημα). Ωστόσο, ο χρόνος διαθεσιμότητας δεν θεωρείται ως χρόνος διανυθείς στον Κ.Β.Α.Ε. Ας σημειωθεί ότι σε περίπτωση ασθένειας του μισθωτού, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των μισών αποδοχών της διαθεσιμότητας, χωρίς να μπορεί να συμψηφίσει ποσά που λαμβάνει ο μισθωτός από τον ασφαλιστικό οργανισμό του λόγω της ασθένειάς του [βλ.Έγγ Υπ. Εργ 425/10-5-1984].
  14. βλ. Ιωάννη Ληξουριώτη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2005, σ. 487

Κήρυξη Αξιογράφου Ανίσχυρου

  1. Η διαδικασία κήρυξης αξιογράφου ανίσχυρου κατά τον ΚΠολΔ

Η δικαστική διαδικασία κήρυξης αξιογράφου 1 ως ανίσχυρου υπάγεται στην εκούσια δικαιοδοσία, καθώς δεν πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς. 2 Ρυθμίζεται από τα  843 επ. και 850 επ. ΚΠολΔ. Η διαδικασία αυτή έχει θεσπιστεί συλλήβδην για όλα 3 τα αξιόγραφα, με εξαίρεση τα τοκομερίδια και τα μερισματόγραφα (895 ΑΚ), και όχι για μη αξιογραφικά έγγραφα 4. Κατά την πάγια διατύπωση της νομολογίας 5 «ως αντικείμενο της δίκης  που ανοίγεται κατ’ άρθρον 850 επ. είναι η δικαστική λήψη των αναγκαίων μέτρων για να αποτραπεί η παροχή σε μη δικαιούχο της αξίας που έχει ενσωματωθεί σε αξιόγραφο, το οποίο κλάπηκε, χάθηκε ή καταστράφηκε ή αντιστρόφως, να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να εκδώσει νέο αξιόγραφο, σε αντικατάσταση εκείνου που τυχαίως καταστράφηκε». Νομιμοποιούμενος να κινήσει την όλη διαδικασία είναι σε κάθε περίπτωση ο δικαιούχος εκ του αξιογράφου (851 ΚΠολΔ), δηλαδή 6:

  • στα ονομαστικά αξιόγραφα ο κατονομαζόμενος στο κείμενο του εγγράφου δικαιούχος 7,
  • στα αξιόγραφα στον κομιστή ο τελευταίος νόμιμος κομιστής – κάτοχος που νομιμοποιείτο από αδιάκοπη σειρά τυπικά έγκυρων οπισθογραφήσεων
  • στα ανώνυμα αξιόγραφα ο τελευταίος νόμιμος κομιστής – κάτοχος.

  1. Το πρώτο στάδιο: πρόσκληση για αναγγελία δικαιώματος

Η διαδικασία αναπτύσσεται σε δύο διακριτά στάδια. Στο πρώτο, ο δικαιούχος υποβάλλει αίτηση στο δικαστήριο για την κίνηση της διαδικασίας. Στην αίτησή του ο δικαιούχος θα πρέπει, πέραν των υποχρεωτικών στοιχείων που απαιτούνται για κάθε δικόγραφο (118 ΚΠολΔ), να αναφέρει 8:

  • το ουσιώδες περιεχόμενο του απολεσθέντος αξιογράφου 9, δηλαδή τα τυπικά εκείνα στοιχεία που καθιστούν το αξιόγραφο έγκυρο (852 ΚΠολΔ),
  • τα πραγματικά περιστατικά απώλειας, κλοπής ή καταστροφής του αξιογράφου (τα οποία πιθανολογούνται, 853 ΚΠολΔ),
  • επίκληση της αδυναμίας ανάκτησης του εγγράφου και
  • την νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον.

Η αίτηση υποβάλλεται στο Ειρηνοδικείο του τόπου πληρωμής ή αν δεν προβλεπόταν τέτοιος στον τόπο της κατοικίας ή της έδρας του εκδότη, και αν δεν έχει κατοικία στον τόπο διαμονής (851§1 ΚΠολΔ). Ο αιτών φέρει το βάρος απόδειξης 10 της κλοπής, απώλειας ή καταστροφής του αξιογράφου, χωρίς, όμως, να απαιτείται πλήρης απόδειξη, καθώς αρκεί  πιθανολόγηση (853 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση που το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση, εκδίδει απόφαση προσκλήσεως για αναγγελία δικαιώματος (854§1 ΚΠολΔ) Καλεί, δηλαδή, όποιον κατέχει το αξιόγραφο να το καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου και παράλληλα προβλέπει στο κείμενο της απόφασης τις δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν εφόσον ο κάτοχος δεν αναγγείλει εγκαίρως το δικαίωμά του (στην προκειμένη περίπτωση η μη αναγγελία συνεπάγεται αυτοδίκαιη απώλεια της ισχύος του εγγράφου). Η απόφαση 11 αυτή δημοσιεύεται στον τύπο – και συγκεκριμένα σε μια ή περισσότερες εφημερίδες – ή όπου αλλού ορίσει το δικαστήριο , καθώς και στο τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ & ΓΕΜΗ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως 12 (854§2 ΚΠολΔ). Η προθεσμία για την αναγγελία εκκινεί από την τελευταία χρονικά δημοσίευση και η διάρκειά της, η οποία καθορίζεται από το δικαστήριο, δεν δύναται να είναι μικρότερη των εξήντα [60] ημερών.

  1. Το δεύτερο στάδιο: ακύρωση του αξιογράφου

Σε περίπτωση που κάποιος αναγγελθεί εντός της ταχθείσης προθεσμίας ως δικαιούχος του αξιογράφου και το καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, γεννιέται ιδιωτική διαφορά και το δικαστήριο αναβάλλει τη διαδικασία μέχρι την επίλυση της διαφοράς μέσω της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (856 και 848.1 ΚΠολΔ).

Εάν η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο παρέλθει χωρίς να πραγματοποιηθεί αναγγελία, ο αιτών πρέπει να υποβάλει νέα αίτηση εντός τριάντα (30) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας, ώστε να εκδοθεί οριστική απόφαση που θα κηρύσσει τον απολεσθέντα τίτλο ανίσχυρο. (847.1 ΚΠολΔ) Σε περίπτωση μη αναγγελίας το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση που να κηρύσσει το αξιόγραφο ανίσχυρο (857 ΚΠολΔ), απόρριψη της αιτήσεως νοείται μόνο σε περίπτωση αναγγελίας τρίτου ως δικαιούχου ή σε περίπτωση παρέμβασης τρίτου με αίτημα την απόρριψη της αίτησης 13. Η απόφαση δεν τυγχάνει της ίδιας δημοσιότητας με τη μη οριστική απόφαση προσκλήσεως για αναγγελία δικαιώματος, αντιθέτως δημοσιεύεται μόνον περίληψη αυτής. 14

Όταν η απόφαση αυτή καταστεί αμετάκλητη, ο δικαιούχος του απολεσθέντος αξιογράφου μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά  που είχαν ενσωματωθεί στο απολεσθέν αξιόγραφο. 15 Έτσι, η εκδοθείσα απόφαση έχει διττό αποτέλεσμα 16: α. αποδυναμώνει τον απολεσθέντα τίτλο, ο οποίος πλέον δεν είναι αξιόγραφο, και ο κομιστής του, ακόμα και ο καλόπιστος, δεν μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέουν από το έγγραφο, β. ο ανίσχυρος πλέον τίτλος αντικαθίσταται από την δικαστική απόφαση. Επομένως, η απόφαση αυτή έχει διφυή 17 νομικό χαρακτήρα. Είναι ταυτόχρονα αναγνωριστική και διαπλαστική. Με την έκδοσή της, ο δικαιούχος αντικαθιστά το απολεσθέν αξιόγραφο με την δικαστική απόφαση και μπορεί με βάση αυτήν (τεκμήριο τυπικής νομιμοποιήσεως) να ασκήσει τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιώματά του. Όμως, η απόφαση αυτή νομιμοποιεί μόνον τυπικά τον αιτούντα και δεν υποκαθιστά την ουσιαστική δικαιοκτησία, την ανυπαρξία της οποίας φέρει το βάρος να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται. 18 Ο αιτών έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει στην αίτησή του περί κήρυξης του αξιογράφου ως ανίσχυρου και τα εξής αιτήματα 19: α. αντικατάσταση του τίτλου κατ’ άρθρο 896 ΑΚ και β. καταβολή της παροχής (αιτήματα των οποίων την εκπλήρωση μπορεί να αξιώσει μόνο όταν η απόφαση καταστεί αμετάκλητη).

Σπύρος Μίχας

31.07.2015

  1. Τα Αξιόγραφα διακρίνονται από τη νομική θεωρία στα υπό ευρεία και στα υπό στενή έννοια αξιόγραφα. Ως υπό ευρεία έννοια αξιόγραφο νοείται ένα έγγραφο το οποίο ενσωματώνει κατά τέτοιο τρόπο ένα δικαίωμα, ώστε η άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο να καθίσταται αδύνατη χωρίς την κατοχή του εγγράφου. Ωστόσο, το εμπράγματο δικαίωμα στο χαρτί του εγγράφου εξακολουθεί να είναι πλήρως διακριτό από το ενσωματωμένο στο χαρτί δικαίωμα, το οποίο μεταβιβάζεται όπως όλα τα δικαιώματα, δηλαδή με εκχώρηση. Ως υπό στενή έννοια αξιόγραφο νοείται το έγγραφο το οποίο ενσωματώνει κατά τέτοιο τρόπο ένα δικαίωμα ώστε, πέραν της ανάγκης κατοχής του εγγράφου για την άσκηση, το ενσωματωμένο δικαίωμα «εμπραγματώνεται». Δηλαδή, το εμπράγματο δικαίωμα στο χαρτί ταυτίζεται με το ενσωματωμένο (ενοχικό – συμμετοχικό) δικαίωμα με αποτέλεσμα η μεταβίβαση του χαρτιού να συνεπάγεται μεταβίβαση του δικαιώματος με βάση τους κανόνες του εμπράγματου δικαίου περί κινητών πραγμάτων (συμφωνία και παράδοση) και όχι τις διατάξεις για την εκχώρηση δικαιώματος (ουσιαστικά το ενσωματωμένο δικαίωμα ακολουθεί το εμπράγματο δικαίωμα επί του εγγράφου). Στα υπό ευρεία έννοια θα μπορούσαν να καταταγούν τα ονομαστικά αξιόγραφα (έκταξη), ενώ στα υπό στενή έννοια κατατάσσονται τα ανώνυμα (ανώνυμες μετοχές) και τα εις διαταγήν αξιόγραφα (επιταγή, συναλλαγματική). Η ονομαστική μετοχή θα μπορούσε να καταταγεί στα ονομαστικά αξιόγραφα, ωστόσο ο νόμος περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις (πχ ειδικές προϋποθέσεις μεταβίβασης) οι οποίες αποκλίνουν από τα θεωρητικά χαρακτηριστικά των υπό ευρεία έννοια αξιογράφων, καθιστώντας έτσι την ονομαστική μετοχή ένα ιδιόμορφο ονομαστικό αξιόγραφο.
  2. βλ. Μπαλογιάννη, εις Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2008, σ. 434 – Αβανιτάκη, εις Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 2000, τόμος Β, σ. 1625
  3. βλ. Αρβανιτάκη, ο.π., σ. 1623
  4. βλ. Κουσούλη, εις Δίκαιον Ανώνυμης Εταιρείας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2004, τεύχος Β, σ. 57
  5. βλ ΜΠρΘεσσαλ 1625/2013, ΕφΠειρ 322/2014, ΜΠρΑθ 856/2012, ΕφΠατρ 169/2009 εις ΝΟΜΟΣ
  6. βλ. Κουσούλη, ο.π., σ. 58 – Μπαλογιάννη, οπ, σ. 434 – Κιάντου-Παμπούκη, Δίκαιο Αξιογράφων, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 2012, σ. 48
  7. (βλ. και υποσημείωση 1 όπως και το αντικείμενο της δίκης όπως το ορίζει η νομολογία) Η κήρυξη ονομαστικού αξιογράφου ως ανίσχυρου, αν και προβλέπεται στο νόμο, είναι περιορισμένης πρακτικής χρησιμότητας σε σχέση με τα ανώνυμα αξιόγραφα. Και τούτο διότι η κήρυξη του αξιογράφου ως ανίσχυρου και η έκδοση νέου θα απαιτείται κυρίως στις περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης έχοντας γνώση της απώλειας του ονομαστικού αξιογράφου αρνείται (ενδεχομένως καταχρηστικά) να εκπληρώσει την παροχή μέχρι την εμφάνιση του εγγράφου. Η απώλεια του ονομαστικού αξιογράφου δεν συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο απώλειας του δικαιώματος και άσκησής του από τρίτο, όπως στα υπό στενή εννοία αξιόγραφα. Τούτο διότι για την άσκηση του δικαιώματος που είχε ενσωματωθεί στο απολεσθέν ονομαστικό αξιόγραφο απαιτείται να εμφανίσει ο τρίτος το έγγραφο και, επίσης, να αποδείξει συντελεσθείσα εκχώρηση, η οποία στα ονομαστικά αξιόγραφα γίνεται με έγγραφη συμφωνία στο σώμα του εγγράφου. Δηλαδή, απαιτείται να έχει προηγηθεί πλαστογραφία της υπογραφής του αληθινού δικαιούχου. Μια τέτοια περίπτωση θα είναι οριακή και ο αληθινός δικαιούχος, υπό κανονικές συνθήκες, δεν αναμένεται να έχει ιδιαίτερες δυσκολίες να αμυνθεί και να αποδείξει την πλαστογραφία και την ενδεχόμενη απόπειρα εξαπάτησης.
  8. βλ. Μπαλογιάννη, ο.π., σελ 435 – Βούτση, Δίκαιον Αξιογράφον, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σελ 52-53
  9. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται όλα τα τυπικά στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, αλλά μόνον το «ουσιώδες περιεχόμενο του αξιογράφου». Έτσι μπορεί να ζητηθεί η κήυρξη του ανίσχυρου λευκής επιταγής ή συναλλαγματικής, βλ ΜΠρΑθ 856/2012, ΕφΠατρ 169/2009 εις ΝΟΜΟΣ – η έλλειψη τυπικών στοιχείων δεν καθιστά την αίτηση αόριστη, καθώς το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να διατάξει τη συμπλήρωσή τους (744 ΚΠολΔ), βλ και ΕφΠειρ 322/2014, ΑΠ 52/2000.
  10. βλ. Κιάντου-Παμπούκη, ο.π., σελ 48 – Βούτση, ο.π., σ. 53
  11. Η δικονομική φύση της οποίας (οριστική ή μη, προσβολή της με ένδικα μέσα κοκ) αμφισβητείται, βλ περισσότερα εις  Μπαλογιάννη, οπ, σελ 436, Κιάντου-Παμπούκη, οπ σελ 49
  12. Η οποία πλέον έχει καταργηθεί με το άρθρο 2 ν. 4250/2012 και ισχύει μόνο η υποχρέωση δημοσιότητας στο ΓΕΜΗ.
  13. ΜΠρΘεσσαλ 1625/2013 εις ΝΟΜΟΣ
  14. ΑΠ 1661/1995 εις ΝΟΜΟΣ
  15. Ο τρίτος που είχε στην κατοχή του τα αξιόγραφα πρέπει είτε να αναγγείλει το δικαίωμά του είτε να παρέμβει και να ζητήσει απόρρψη της αιτήσεως είτε να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, δεν μπορεί να ασκήσει έφεση. Βλ ΕφΑθ 4941/2009 εις ΝΟΜΟΣ.
  16. βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ, σελ 46
  17. βλ. Αρβανιτάκη, οπ, σελ 1628 – Κιάντου-Παμπούκη, οπ, σελ 50 – Βούτση, οπ, σελ 55
  18. βλ. Ρόκα, ο.π., σ. 36 – Αρβανιτάκη, ο.π., σ. 1629
  19. ΜΠρΡοδ 544/2009 εις ΝΟΜΟΣ

Αναστολή της Σύμβασης Εργασίας

Αναστολή της σύμβασης εργασίας επέρχεται όταν είτε αμφότερα είτε ένα από τα δύο μέρη της σχέσης εργασίας (μισθωτός και εργοδότης) δεν υποχρεούνται για ορισμένο χρονικό να εκπληρώνουν όλες ή μέρος των κύριων συμβατικών υποχρεώσεών τους, χωρίς, όμως, να λύεται σύμβαση εργασίας. Έτσι, η αναστολή της σύμβασης εργασίας συνεπάγεται «είτε την άρση των αμοιβαίων υποχρεώσεων μισθωτού και εργοδότη προς παροχή εργασίας και αντίστοιχα καταβολής του μισθού, ολοσχερώς ή εν μέρει, είτε την άρση μόνο της υποχρέωσης προς παροχή εργασίας του μισθωτού, χωρίς την αντίστοιχη άρση ή την πλήρη άρση της υποχρέωσης καταβολής του μισθού εκ μέρους του εργοδότη» 1. Ακόμη, όμως, και επί ολικής άρσης των αμοιβαίων κύριων συμβατικών υποχρεώσεων παροχής εργασίας και καταβολής μισθού, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί ισχύουσα για όλη την περίοδο της αναστολής και επαναλειτουργεί με το που παύει να υφίσταται ο λόγος αυτής. 2

Aναστολή της σύμβασης εργασίας επιτρέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις βάσει ειδικών προβλέψεων της κείμενης νομοθεσίας όπως επί συμμετοχής του μισθωτού σε απεργία 3, επί λήψεως ετήσιας άδειας ανάπαυσης 4 ή αδείας κύησης και λοχείας 5, σε περίπτωση απουσίας λόγω ασθένειας του μισθωτού (657 ΑΚ) ή λόγω στράτευσης 6, όταν τίθεται ο μισθωτός σε διαθεσιμότητα 7 κλπ.

Αναστολή, όμως, δύναται να επέλθει και με συμφωνία των μερών της εργασιακής σχέσης στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων. Στην περίπτωση αυτή η διάρκεια και οι επιμέρους πτυχές της αναστολής προσδιορίζονται από τα μέρη, ενώ ο λόγος που τα ωθεί στη συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να ανάγεται στο πρόσωπο του μισθωτού (π.χ. λόγοι οικογενειακοί, σπουδών, αναψυχής), στο πρόσωπο του εργοδότη (π.χ. οικονομική δυσχέρεια της επιχείρησης που τον υποχρεώνει σε αναδιάρθρωση και περιορισμό κόστους, ενώ, όμως, επιθυμεί να εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να απασχολήσει τον μισθωτό) ή σε αμφότερους (π.χ. όταν συντρέχουν ταυτόχρονα λόγοι που καθιστούν επιθυμητή την αναστολή και για τις δύο πλευρές ή στην περίπτωση της οικονομικής δυσχέρειας της επιχείρησης, όπου, όμως, και ο μισθωτός προτιμά αντί της απολύσεως με αποζημίωση να διατηρήσει τη θέση εργασίας, με την ελπίδα να επανέλθει σε αυτήν 8) 9.

Συχνά η αναστολή της εργασιακής σύμβασης με συμφωνία εργοδότη – μισθωτού παίρνει τη μορφή της αδείας άνευ αποδοχών του εργαζομένου 10. Κατά τη διάρκεια της αδείας άνευ αποδοχών ο μισθωτός δεν παρέχει εργασία και ο εργοδότης δεν καταβάλλει σε αυτόν αποδοχές (ή δεν καταβάλλει το σύνολο αυτών, αναλόγως του τι έχει συμφωνηθεί). Ο χρόνος, όμως, της αδείας άνευ αποδοχών λογίζεται χρόνος υπηρεσίας (π.χ. για τον υπολογισμό αποζημίωσης απόλυσης, επιδομάτων τριετιών – πολυετίας 11 κ.λπ.), εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος (π.χ. δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα 12). Ειδικώς, ως προς τη λήψη αδείας ανάπαυσης μετά την επάνοδο του εργαζομένου που απουσίαζε από την εργασία του με άδεια άνευ αποδοχών, έχει υποστηριχθεί τόσον η άποψη ότι η άδεια άνευ αποδοχών δεν επηρεάζει το δικαίωμα λήψεως και κανονικής αδείας, με το σκεπτικό ότι ο εργαζόμενος εξακολουθεί να έχει ανάγκη ανάπαυσης (δοθέντος ότι και στην άδεια άνευ αποδοχών αναλώνονται δυνάμεις σε άλλες, πλην της εργασίας δραστηριότητες) 13, όσο και η αντίθετη, ότι, δηλαδή, ο επανερχόμενος στην εργασία του εργαζόμενος δεν δικαιούται και κανονικής αδείας, καθόσον δεν συντρέχει ανάγκη ανάκτησης δυνάμεων, στην οποία αποσκοπεί η νομοθεσία περί αδείας αναπαύσεως 14. Η μέση οδός έχει υποστηριχθεί από τη Διοίκηση και φαντάζει ορθή: πρέπει να ερευνάται κατά περίπτωση κατά πόσον υφίσταται πράγματι ανάγκη ανάλωσης δυνάμεων, όπερ συχνά συνδέεται και με τον λόγο λήψεως της αδείας άνευ αποδοχών (π.χ. για αναψυχή ή για εκπαίδευση, προς διευκόλυνση του εργοδότη με απασχόληση σε άλλη εργασία ή σε εξυπηρέτηση των αναγκών του μισθωτού), ενώ το ιδανικόν είναι με τη συμφωνία για την αναστολή της σύμβασης εργασίας τα μέρη να ρυθμίζουν και το ειδικό αυτό ζήτημα. 15

Εφιστάται, πάντως η προσοχή στο ότι η μονομερής αναστολή της σύμβασης εργασίας χωρίς σχετική πρόβλεψη νόμου (π.χ. η χορήγηση από τον εργοδότη αναγκαστική «άδειας» άνευ αποδοχών) δεν είναι νόμιμη. Αλλά και η συμφωνία για αναστολή της σύμβασης εργασίας, επειδή ακριβώς επιτρέπεται ακριβώς στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, προϋποθέτει γνήσια και ελεύθερη βούληση των μερών. Τυχόν εξαναγκασμός του ασθενέστερου μέρους (του εργαζομένου) και εκμετάλλευση της αδυναμίας του από πλευράς του ετέρου μέρους (του εργοδότη) με σκοπό την καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας και την επιβολή της αναστολής καθιστά τη συμφωνία μη νόμιμη ως καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178, 179, 281), ενδεχομένως δε και σε ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας (π.χ. καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος) 16, 17.

 

ΣΩΚΕΔ 24.07.2015

 

  1. βλ. Ιωάννη Ληξουριώτη, Εργατικό Δίκαιο-Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Νομική Βιβλιοθήκη 2015, σ. 537
  2. Φυσικά, είναι δυνατόν να λυθεί η σύμβαση για κάποιον από τους επιτρεπόμενους στο νόμο λόγους (λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου, απόλυση, παραίτηση κ.λπ.).
  3. η οποία ρυθμίζεται κατά βάση, αλλά όχι αποκλειστικά, από το νόμο 1264/1982 («περί εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος»). Κατά τη διάρκεια της απεργίας ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλλει μισθό, ενώ ο χρόνος συμμετοχής στην απεργία συμψηφίζεται με τις ημέρες της άδειας ανάπαυσης στην περίπτωση που η απεργία έχει κηρυχθεί μη νόμιμη.
  4. η οποία διέπεται κυρίως από τις διατάξεις του αναγκαστικού νόμου 539/1945 και κατά τη διάρκεια της οποίας ο μισθωτός δικαιούται λαμβάνειν τις συνήθεις αποδοχές του, ήτοι εκείνες που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν κανονικά.
  5. δικαίωμα που θεσπίστηκε με το άρθρο 103 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας και κυρώθηκε με τον ν. 1302/1982. Κατά διάρκεια της άδειας κύησης/λοχείας η εργαζομένη δικαιούται παροχές από εργοδότη, ΙΚΑ και ΟΑΕΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην οικεία νομοθεσία.
  6. ν. 3514/1928. Ο εργαζόμενος που διακόπτει την εργασία του λόγω στρατεύσεώς, δικαιούται να επιστρέψει σε αυτήν εφόσον δηλώσει τούτο στον εργοδότη του εντός μηνός από την απόλυσή του από το στράτευμα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο μεν εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία, ο δε εργοδότης δεν υποχρεούται σε καταβολή αποδοχών.
  7. άρθρο 10 ν. 3198/1955. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας – την οποία ενεργοποιεί υπό προϋποθέσεις ο εργοδότης, του οποίου η οικονομική δραστηριότητα έχει περιορισθεί, και η οποία δεν μπορεί να διαρκέσει για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο τριών μηνών ετησίως – ο μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ των τακτικών αποδοχών των δυο τελευταίων μηνών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
  8. ΕφΛάρισας 178/2004 Δικογραφία 2005 16
  9. Ιωάννη Ληξουριώτη, ο.π., σ. 542 επ
  10. η οποία, αν και απαντάται στην πράξη, δεν ρυθμίζεται ειδικώς από την εργατική νομοθεσία.
  11. ΑΠ 751/1987 ΔΕΝ 1988, 178
  12. βλ. έγγραφο ΙΚΑ Ε40/211/25-6-2008
  13. ΝΣΚ 557/1963
  14. ΑΠ 161/1947 – ΠρωτΑθ 6298/1964 – Εγκύκλιος 1896/28-08-1997 Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης [«Δικαίωμα λήψεως κανονικής άδειας, μετά από άδεια άνευ αποδοχών.»].
  15. Εγκύκλιος 1896/28-08-1997 Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης [«Δικαίωμα λήψεως κανονικής άδειας, μετά από άδεια άνευ αποδοχών.»].
  16. ΕΑ 1918/1971 ΔΕΝ 27 831
  17. Κωνσταντίνος Μαρκόπουλος, Άδεια Άνευ Αποδοχών, ΔΕΝ 1986 492

Transfer of Personal Data from Greece to Third Countries

According to EU 1 and Greek legislation 2 transfer of personal data to a non EU/EEA country may take place

I. upon a permit by the Greek Personal Data Protection Authority (DPA) which is granted

a. when DPA is satisfied that the non EU/EEA country ensures an adequate level of protection 3. To this end DPA shall take into account the nature of the data, the purpose and the duration of the processing, the pertinent general and specific rules of law, the codes of conduct, the security measures for the protection of personal data, as well as the protection level in the countries of origin, transit and final destination of the data.

b. exceptionally, when DPA does not consider the non EU/EEA country to ensure an adequate level of protection, but one or more of the following conditions are met:

i. the data subject has consented to the transfer (unless such consent has been extracted in a manner contrary to the law or bonos mores).

ii. the transfer is necessary 1) in order to protect the vital interests of the data subject, provided s/he is physically or legally incapable of giving his/her consent, or 2) for the conclusion and performance of a contract between the data subject and the Controller or between the Controller and a third party in the interest of the data subject, if s/he is incapable of giving his/her consent, or 3) for the implementation of pre-contractual measures taken in response to the data subject’s request.

iii. the transfer is necessary in order to address an exceptional need and safeguard a superior public interest, especially for the performance of a co-operation agreement with the public authorities of the other country, provided that the Controller provides adequate safeguards with respect to the protection of privacy and fundamental liberties and the exercise of the corresponding rights.

iv. the transfer is necessary for the establishment, exercise or defense of a right in court.

v. the transfer is made from a public register which by law is intended to provide information to the public and which is accessible by the public or by any person who can demonstrate legitimate interest, provided that the conditions set out by law for access to such register are in each particular case fulfilled.

vi. the Controller shall provide adequate safeguards with respect to the protection of the data subjects’ personal data and the exercise of their rights, when the safeguards arise from contractual clauses which are in accordance with the regulations of Greek law No. 2472/1997. 4 Such contractual clauses must ensure that the main principles of EU data protection legislation shall be applied, that is that the data should only be collected for specified, explicit and legitimate purposes, that the subjects must be informed of such purposes and of the details of the controller and be able to access and have their data corrected, and that appropriate remedies must be available in the event of a failure to ensure adequate protection, including compensation or damages through the competent courts 5.

II. with no DPA permit being required, when

a. the European Commission has determined [Article 25(6) of Directive 95/46/EC] that the non EU/EEA country to which the data shall be transferred ensures an adequate level of protection by reason of its domestic law or of the international commitments such country has entered into [article 9§1.α of Greek law No. 2472/1997]. The Commission has so far (April 10th, 2015) recognized the following non EU/EEA countries to provide adequate protection: Andorra, Argentina, Canada (commercial organizations), Faeroe Islands, Guernsey, Israel, Isle of Man, Jersey, New Zealand, Switzerland, and Uruguay 6. Further to that data may be transferred to entities in the United States that have been (self)certified as committed themselves to the privacy principles set forth in the EU-US Privacy Shield agreement 7.

b. the transfer shall take place following contractual clauses agreed upon between transferor (data exporter) and transferee (data importer) that offer adequate safeguards for the protection of the privacy and fundamental rights and freedoms of individuals in accordance with the decisions of the European Commission [under article 26§4 of Directive 95/46/EC]. Here we talking again about data protection safeguards set through contractual clauses, as in the case of I.b.vi. mentioned above. The difference is that in this particular case the contractual clauses have been pre-approved by the European Commission, thus the law does not require for DPA’s additional approval through its granting a permit for the transfer [see 9§2.στ of Greek law No. 2472/1997]. More specifically, the Commission has issued sets of standard rules for data transfers to Controllers or Processors established in non EU/EEA countries 8. The interested parties may either use such standard clauses in the form of a special contract or incorporate such into a wider contract. “The standard contractual clauses are only one of several possibilities under the EU data protection Directive (95/46/EC) for lawfully transferring personal data outside the EU. They are not compulsory for businesses. However the advantage of using these standard clauses when transferring personal data to processors in countries outside the EU is that, on one hand, companies are obliged to comply with data protection standards and, on the other hand, Member States’ data protection authorities are obliged to recognise that these transfers enjoy adequate protection. 9 The Greek DPA requests that when transfer is to be made on the basis of these pre-approved clauses, their exact wording – as approved by the Commission – must be adopted 10 and a duly sealed and signed copy of the agreement be submitted to it (the DPA) together with the transfer notification form. One should add to the above that a DPA may still block transfers made on the basis of these standard clauses, when the law to which the data importer is subject obliges it to derogate from the relevant data protection rules beyond the restrictions necessary in a democratic society (as provided for in Article 13 of Directive 95/46/EC) where those derogations are likely to have a substantial adverse effect on the guarantees provided by the standard contractual clauses, as well as in all cases where the contractual clauses are not being applied by the parties or there is a substantial likelihood that they are not or will not be applied and imminent risk of harm for the subjects of the data. 11

Finally, in the case of multinational groups of companies, EU legislation provides that transfers from Group Members established within the EU/EEA to Group Members established outside the EU/EEA may take place on the basis of Binding Corporate Rules, i.e. a set of rules adopted by the Group that adduces for safeguards for the protection of the privacy, fundamental rights and freedoms of individuals with respect to personal data transfers. Such set of rules goes through the EU cooperation procedure for approval from all competent national Data Protection Authorities and once approved allows the Group to proceed with transfers without its members having to enter into separate contracts each time a transfer is to be effected 12

In all events, even when no permit is required, the Greek DPA must be notified prior to any transfer of personal data to non EU/EEA countries. 13

 by Nikos Kalamitsis

27.11.2016

  1. Relevant: Articles 25 & 26 of Directive 95/46/EC of the European Parliament and of the Council of 24 October 1995 on the protection of individuals with regard to the processing of personal data and on the free movement of such data
  2. article 9 of Greek law No. 2472/1997 on the Protection of Individuals with regard to the Processing of Personal Data
  3. article 9§1.β of Greek law No. 2472/1997
  4. article 9§2 of Greek law No. 2472/1997, as translated here. Also see article 26§1 & 2 of Directive 95/46/EC.
  5. and by “competent courts” one should understand and provide for that the subject shall be entitled to take court action in the country where s/he resides or at least in the country where the controller/data exporter is established, as taking court action in the country where the data importer is established could entail disproportionate difficulties for the data subject).
  6. http://ec.europa.eu/justice/data-protection/international-transfers/adequacy/index_en.htm
  7. http://ec.europa.eu/justice/data-protection/international-transfers/eu-us-privacy-shield/index_en.htm
  8. http://ec.europa.eu/justice/data-protection/document/international-transfers/transfer/index_en.htm
  9. Memo dated February 5th, 2010 on the Commission Decision C(2010)593 regarding the updated standard set of rules for transfers to processors established outside EU/EEA countries.
  10. They may also use different wording on the condition that any the clause does not contradict, directly or indirectly, the Commission’s standard protection clauses nor does it prejudice the data subject’s fundamental freedoms and rights.
  11. Commission’s decisions on the adoption of each set of contractual rules (there are two for transfers from Controllers to Controllers and one for transfers from a Controller to a Processor in third countries) include specific reasons for blocking transfers under such clauses. The text above summarizes the main reasons for blocking the transfer.
  12. . It goes without saying that the adoption and approval of BCR does not relieve the data transferors (exporters) of any other obligations (such as notifying the competent DPA as weel as the data subjects prior to any new transfer, not covered by previous notifications). 14for details om BCR see European Commission’s presentation here & Greek DPA’s one here (in Greek)
  13. It goes without saying that the transferor must have also notified DPA of his/her/its processing personal data within the Greek territory, unless he/she/it is exempted from such a notification according to Article 7a§1 of Greek law No. 2472/1997.

ΝΟΜΟΤΥΠΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ

Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ «Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη Συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης Συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης Συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.» Παγίως νομολογεί ο Άρειος Πάγος ότι «… συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το εφετείο, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών.» [ΑΠ 531/2005 – περίληψη αυτής σε Δ 36, 1201, το δε πλήρες κείμενο στη NOMOS, βλ. και ΑΠ 378/2004, 575/2014 ΝΟΜΟS]. Για την παραδεκτή, λοιπόν, επαναφορά ισχυρισμού που προβλήθηκε σε προηγούμενη συζήτηση, απαιτείται επανυποβολή αυτού με τις προτάσεις της νέα συζήτησης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με σύντομη περίληψη, αναφορά στις περιέχουσες αυτόν σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης  συζήτησης και προσαγωγή κεκυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων [ΑΠ 695/1990 ΝοΒ 40, 68 – ΑΠ 326/1988 ΝοΒ 37, 246 – ΑΠ 762/1989 ΕΕΝ 1990, 204 – ΑΠ 21/1985 ΕλΔνη 26, 1323 – ΑΠ 25/1983 Δ14, 597 – ΕΑ 5084/2001 ΕλΔνη 2003, 1415].

Εξ άλλου, «[δ]εν είναι […] νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις  προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα  έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων   προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη  επίκληση του εγγράφου.» [ΟλΑΠ 9/2000 ΑΡΧΝ 2001, 413 – Δ/ΝΗ 2000, 668 – ΕΕΝ 2000, 353, βλ. και ΟλΑΠ23/2008 ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 953/2005 NOMOS – ΑΠ 948/2005 NOMOS – ΑΠ 418/2004 ΕΕργΔ 2005, 367 – ΑΠ 584/2006 Δ 37, 1185 – ΑΠ 631/2006 Δ 37, 1181 – ΑΠ 1679/2006 ΔΕΝ 2007, 231 – ΑΠ 746/2007 ΕΠολΔ 2008, 328]. 1

Επομένως, η ενσωμάτωση (κυριολεκτικώς ή δια παραπομπής) στις προτάσεις της νέας συζήτησης αυτούσιων των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, με γενική και αόριστη αναφορά στις τελευταίες και χωρίς την προσκομιδή μετ’ επικλήσεως ιδιαίτερου κεκυρωμένου αντιγράφου τους αποτελεί απαράδεκτη επίκληση/επαναφορά των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν στην προηγούμενη συζήτηση, τα οποία (ισχυρισμοί και αποδεικτικά μέσα) δεν πρέπει να ληφθούν υπόψιν, άλλως η εκδοθησόμενη απόφαση θα είναι αναιρετέα κατ’ άρθρο 559§8 και 559§11 ΚΠολΔ. Διευκρινίζεται, ωστόσο ότι δεν πρόκειται « για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκη εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ. 476/2011, ΑΠ 865/2009). Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.» [ΑΠ 1509/2014 ΕπολΔ 2014, 727].

ΣΩΚΕΔ 28.05.2015

  1.  αντίθετη άποψη ως προς την επαναφορά αποδεικτικών μέσων από τον Κων/νο Καλαβρό εις ΕΠολΔ 2008, 329 [παρατηρήσεις επί της ΑΠ 746/2007 ΕΠολΔ 2008, 328].

«Ευεργετικές διατάξεις» ν. 4322/2015 για την απόλυση κρατουμένων και τη μετατροπή ποινών σε χρηματικές

Ανά χρονικά διαστήματα παρατηρείται το φαινόμενο της θέσπισης διατάξεων με πρωτοβουλία του αρμοδίου Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης, των πινακίων των δικαστηρίων, της εκτέλεσης αποφάσεων και της παύσης της ποινικής δίωξης. Με τον πρόσφατο νόμο 4322/2015 λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, έκτακτα μέτρα για την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης και τη μετατροπή ποινών ανεκτέλεστων αποφάσεων σε χρηματικές.

 Απόλυση μετά τη  έκτιση μέρους της ποινής:

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου, κρατούμενοι που κατά τη δημοσίευση του νόμου εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής – υπό τον όρο της ανάκλησης -, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΠΚ (ήτοι των κοινών περί απόλυσης διατάξεων), υπό τις κάτωθι διακρίσεις:

Ποινή

Απόλυση μετά την έκτιση

(με οποιονδήποτε τρόπο)

ποινή μέχρι 3 έτη φυλάκισης 1/10 ποινής
ποινή από 3 ως 5 έτη φυλάκισης συμπεριλαμβανομένης της κάθειρξης, καθώς και μεγαλύτερη των 5 ετών φυλάκισης 1/5 ποινής
ποινή κάθειρξης μέχρι 10 έτη 2/5 ποινής
ποινή κάθειρξης άνω των 10 ετών 1/3 ποινής

Τα ανωτέρω ισχύον και για τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι κατάδικοι αποκτούν τις προϋποθέσεις ένταξης στον νόμο αυτό μετά τη δημοσίευση του και μέχρι ένα έτος από αυτή.

Οσοι απολύονται, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, αν υποπέσουν μέσα σε πέντε έτη από την αποφυλάκισή τους, σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή μεγαλύτερη των δύο ετών, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία είχαν απολυθεί κατά τα προλεχθέντα.

Τέλος, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών σε όσους απολύονται σύμφωνα με τα ανωτέρω, μπορεί να επιβάλλει περιοριστικούς όρους λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η προσωπικότητα, ατομικές, οικογενειακές, προσωπικές ανάγκες κλπ.

Μετατροπή ποινών σε χρηματικές

Περαιτέρω με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου εισάγεται ρύθμιση για τη μετατροπή ποινών ανεκτέλεστων αποφάσεων σε χρηματικές. Συγκεκριμένα ποινές στερητικές της ελευθερίας που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη και κατέστησαν αμετάκλητες πριν τη δημοσίευση του νόμου 4322/2015 και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών μετατρέπονται σε χρηματικές, κατόπιν αίτησης του καταδικασθέντος (που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσιου). Μετά την υποβολή της αίτησης δεν επιτρέπεται με ποινή απαραδέκτου η άσκηση οποιουδήποτε τακτικού ή έκτακτου ένδικου μέσου. Για τη μετατροπή της ποινής αποφασίζει αμετάκλητα το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, κατ’ εφαρμογή των των γενικών περί μετατροπής διατάξεων των άρθρων 4 – 8 του άρθρου 82 ΠΚ. Η μετατροπή αποκλείεται, αν η ποινή έχει περιληφθεί ή μπορεί να περιληφθεί σε συνολική ποινή κάθειρξης που εξακολουθεί να ισχύει.

Βασιλης Οικονόμου

11.05.2015

Εκμίσθωση επιπλωμένων κατοικιών και επαύλεων ως τουριστικών καταλυμάτων

Εκμίσθωση επιπλωμένων κατοικιών και επαύλεων ως τουριστικών καταλυμάτων: Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία του Ν. 4179/2013

Η πάντα ισχυρή τουριστική βιομηχανία στην Ελλάδα οδηγεί ολοένα και περισσότερους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενόψει μάλιστα και της μεγάλης φορολογικής επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας λόγω της οικονομικής κρίσης, στο να εκμεταλλευτούν τουριστικά τις επιπλωμένες κατοικίες ή επαύλεις τους.

Με τον Ν. 4179/2013 ρυθμίστηκε στο άρθρο 46 ειδικά η εκμίσθωση αυτοεξυπηρετούμενων καταλυμάτων από μη επαγγελματίες ξενοδόχους σε τουρίστες υπό προϋποθέσεις. Βασική προϋπόθεση για την σύννομη λειτουργία των ακινήτων αυτών ως αυτοεξυπηρετούμενων καταλυμάτων είναι η λήψη του Ειδικού Σήματος Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) από τον Ε.Ο.Τ., το οποίο χορηγείται σε ένα στάδιο, χωρίς προηγούμενη έγκριση καταλληλότητας οικοπέδου ή γηπέδου και αρχιτεκτονικής μελέτης, με μόνη την προσκομιδή των αποκλειστικά απαριθμούμενων στον νόμο δικαιολογητικών στην αρμόδια Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού (Π.Υ.Τ.) του Ε.Ο.Τ.(αναλυτικά κατωτέρω).

1. Ποια ακίνητα εμπίπτουν στην έννοια του «αυτοεξυπηρετούμενου καταλύματος» ;

Τα αυτοεξυπηρετούμενα καταλύματα που μπορούν να λάβουν το Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) κατά τη διαδικασία του άρθρου 46 Ν. 4176/2013 διακρίνονται σε τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις (βίλες) και τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες:

Τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις (βίλες – παρ. 2.β.αα άρθρου 1 Ν.4276/2014):

  • επιπλωμένη μονοκατοικία,
  • με εμβαδό τουλάχιστον 80 τ.μ.,
  • που διαθέτει ανεξάρτητη εξωτερική προσπέλαση,
  • παρουσιάζει αυτοτέλεια οικοπέδου/γηπέδου και κτίσματος και
  • στην οποία δεν παρέχονται πέραν της διαμονής πρόσθετες υπηρεσίες (Εστίασης, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.)

Τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες (παρ. 2.β.ββ άρθρου 1 Ν.4276/2014):

  • επιπλωμένη μονοκατοικία ή σε συγκρότημα,
  • με εμβαδό τουλάχιστον 40 τ.μ. (επί συγκροτήματος το ελάχιστον εμβαδόν αφορά σε εκάστη κατοικία),
  • που διαθέτει λειτουργική αυτοτέλεια,
  • ανεξάρτητη εξωτερική προσπέλαση και
  • στην οποία δεν παρέχονται πέραν της διαμονής πρόσθετες υπηρεσίας (εστίασης, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.)

 2. Ποια είναι η διαδικασία για την λήψη του Ειδικού Σήματος Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.);

Α) Αίτηση – Υπεύθυνη Δήλωση:

Ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στην κατά τόπο αρμόδια Π.Υ.Τ. του Ε.Ο.Τ., Αίτηση – Υπεύθυνη Δήλωση, στην οποία θα αναφέρεται ότι το ακίνητο λειτουργεί έτσι όπως ορίζει ο Ν. 4179/2013 (αναλυτικά κατωτέρω) και η έννομη σχέση του αιτούντος (εμπράγματη ή ενοχική, αν, δηλαδή, είναι ιδιοκτήτης, μισθωτής κ.λπ.) με το ακίνητο. Επίσης, θα πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία του αιτούντος φυσικού ή νομικού προσώπου,  ο Α.Φ.Μ. και η Δ.Ο.Υ. στην οποία ανήκει. Για νομικό πρόσωπο η αίτηση υποβάλλεται από τον κατά περίπτωση εκπρόσωπό του και συνοδεύεται από τα έγγραφα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νόμιμη σύσταση και λειτουργία του (βλ. αρ. 46 §2 Ν. 4179/2013 συνδ. αρ. 5 παρ. 1α  και 2α  ΥΑ 27715 ΦΕΚ Β 3118/09.12.2013).

Β) Πρόσθετα δικαιολογητικά:

Β.1 Για την έκδοση Ε.Σ.Λ. τουριστικής επιπλωμένης έπαυλης (αρ. 46 §5 Ν. 4179/2013 συνδ. αρ. 5 παρ. 1β έως ζ  ΥΑ 27715 ΦΕΚ Β 3118/09.12.2013):

  • Τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο:

(αα) βεβαιώνεται από τον υπεύθυνο μηχανικό η θέση του οικοπέδου/γηπέδου (δήμος – περιοχή), η έκταση αυτού, ο τρόπος προσπέλασής του,

(ββ) αποτυπώνεται το κατάλυμα «ως κατασκευάστηκε»,

(γγ) σημειώνεται η υφιστάμενη έπαυλη και η τυχόν υπάρχουσα κολυμβητική δεξαμενή, και βεβαιώνεται ο αριθμός δωματίων και κλινών και

(δδ) αναγράφονται ο τίτλος ιδιοκτησίας και η οικοδομική άδεια ή άδεια δόμησης με τις οποίες έχει ανεγερθεί το κτίσμα καθώς και τα τμήματα που τυχόν έχουν τακτοποιηθεί ή διατηρηθεί βάσει της οικείας πολεοδομικής νομοθεσίας.

  • Αντίγραφο της οικοδομικής άδειας ή άδειας δόμησης
  • Πιστοποιητικό πυρασφάλειας για το σύνολο της εγκατάστασης, το οποίο εκδίδεται από την οικεία Πυροσβεστική Υπηρεσία για τις τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις δυναμικότητας άνω των 20 κλινών
  • Υπεύθυνη δήλωση μηχανολόγου μηχανικού ή ηλεκτρολόγου μηχανικού ή μηχανικού ενεργειακής τεχνολογίας ή χημικού μηχανικού ή μηχανικού αντίστοιχης ειδικότητας πτυχιούχου ή διπλωματούχου είτε ως προς την επάρκεια των εγκαταστάσεων διάθεσης υγειονομικών αποβλήτων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία είτε ως προς τη σύνδεση με το αποχετευτικό δίκτυο του δήμου.
  • Υπεύθυνη δήλωση του αιτούντα ή εντεταλμένου μηχανικού ότι το κατάλυμα πληροί όλες τις τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές που περιγράφονται στην ΥΑ 27715/2013
  • Υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος ότι είναι ιδιοκτήτης του οικοπέδου/γηπέδου που ορίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα. Σε περίπτωση περισσότερων τους ενός ιδιοκτητών υποβάλλονται είτε ανεξάρτητες δηλώσεις είτε κοινή όπου αναγράφονται τα στοιχεία όλων, το ποσοστό συνιδιοκτησίας του καθενός και η συναίνεσή τους για τη χορήγηση Ε.Σ.Λ. στον αιτούντα. Στην περίπτωση δε που στο οικόπεδο/γήπεδο έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία προσκομίζεται η σχετική πράξη σύστασης και ο κανονισμός συνιδιοκτητών ακινήτου, αν υπάρχει, από τα οποία προκύπτει ότι δεν απαγορεύεται η συγκεκριμένη χρήση του ακινήτου.
  • Απόδειξη κατάθεσης παραβόλου (πρβλ. περίπτωση η’ της παρ1 του άρθρ. 150 του Ν. 4070/2012).

Β.2 Για την έκδοση Ε.Σ.Λ. τουριστικής επιπλωμένης κατοικίας (αρ. 5 παρ. 2β έως ι  ΥΑ 27715 ΦΕΚ Β 3118/09.12.2013):

  • Αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης αναζητείται αυτεπάγγελτα όταν εκδίδεται από ημεδαπή αρχή),
  • Αντίγραφο της οικοδομικής άδειας ή άδειας δόμησης
  • Πιστοποιητικό πυρασφάλειας για το σύνολο της εγκατάστασης, το οποίο εκδίδεται από την οικεία Πυροσβεστική Υπηρεσία για τις τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες δυναμικότητας άνω των 20 κλινών
  • Βεβαίωση καλής λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος του καταλύματος ή βεβαίωση σύνδεσης με το αποχετευτικό σύστημα του δήμου, οι οποίες εκδίδονται από τον οικείο φορέα λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος,
  • Τοπογραφικό διάγραμμα, συντεταγμένο από μηχανικό σύμφωνα με τα επαγγελματικά του δικαιώματα, σε 2 αντίτυπα με κλίμακα 1:500 ή 1:200, στο οποίο:

(αα) αποτυπώνεται η κατοικία ή οι κατοικίες «ως κατασκευάστηκαν», οι χώροι που διαθέτουν, ο περιβάλλον χώρος και η διαμόρφωση αυτού, καθώς και τυχόν προαιρετικές εγκαταστάσεις (κολυμβητικές δεξαμενές κλπ.),

(ββ) βεβαιώνεται η θέση του οικοπέδου/γηπέδου (δήμος/περιοχή), η έκταση αυτού και ο τρόπος προσπέλασής του,

(γγ) αναγράφονται ο τίτλος ιδιοκτησίας και η οικοδομική άδεια ή άδεια δόμησης με τις οποίες έχει ανεγερθεί το κτίσμα καθώς και τα τμήματα που τυχόν έχουν τακτοποιηθεί ή διατηρηθεί βάσει της οικείας πολεοδομικής νομοθεσίας,

(δδ) βεβαιώνεται ότι δεν απαγορεύεται από την ισχύουσα για την περιοχή που κείται το οικόπεδο/γήπεδο νομοθεσία η δημιουργία τουριστικής επιπλωμένης κατοικίας.

  • Υπεύθυνες δηλώσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω για τις τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις
  • Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών όρων (Α.Ε.Π.Ο.) ή Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (Π.Π.Δ., πρβλ. περίπτωση θ παρ. 1 άρ. 150 ν. 4070/2012),
  • Απόδειξη κατάθεσης παραβόλου (πρβλ. περίπτωση η’ της παρ1 του άρθρ. 150 του Ν. 4070/2012).

Β.3 Εφόσον οι τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις ή κατοικίες διαθέτουν κολυμβητικές δεξαμενές κατατίθενται επιπλέον τα εξής 1:

  • Βεβαίωση αρμόδιου διπλωματούχου μηχανικού μέλους του Τ.Ε.Ε. ή πτυχιούχου μηχανικού μέλους της Ε.Ε.Τ.Ε.Μ. σύμφωνα με τα επαγγελματικά του δικαιώματα ότι η κολυμβητική δεξαμενή είναι κατασκευασμένη κατά τρόπο άρτιο και σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές ηλεκτρομηχανολογικής επάρκειας.
  • Υπεύθυνη δήλωση αρμόδιου διπλωματούχου μηχανικού μέλους του Τ.Ε.Ε. ή πτυχιούχου μηχανικού μέλους της Ε.Ε.Τ.Ε.Μ. και του ιδιοκτήτη ή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης του τουριστικού καταλύματος ότι η κολυμβητική δεξαμενή πληροί τις προδιαγραφές της παρ1 του άρθρ. 2 του Ν. 3766/2009 αρ. 5 παρ. 3 ΥΑ 27715 ΦΕΚ Β 3118/09.12.2013).

Η Αίτηση – Υπεύθυνη Δήλωση μαζί με τα συνοδευτικά δικαιολογητικά υποβάλλονται στην οικεία Π.Υ.Τ. του Ε.Ο.Τ.  και ηλεκτρονικά [Ν. 4179/2013 άρθρ.46 παρ. 2 εδ.α όπως αντικαστάθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΔ.1 Ν. 4254/2014] ή/και μέσω ΚΕΠ [αρ. 1 ΥΑ 1749 ΦΕΚ Β’ 145/22.01.2015]. Την εν λόγω αίτηση μαζί με τα συνοδευτικά δικαιολογητικά μπορεί να καταθέσει όχι μόνο ο ιδιοκτήτης των αναφερόμενων τουριστικών καταλυμάτων, αλλά και πρόσωπο που τυχόν τα εκμεταλλεύεται, δυνάμει σχετικής μισθωτικής σύμβασης, ή δυνάμει άλλης σύμβασης, οι οποίες προσκομίζονται στην αρμόδια Π.Υ.Τ. Σε κάθε περίπτωση όλες άνω αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις συμπληρώνονται από τον ιδιοκτήτη της έπαυλης ή κατοικίας.

Περαιτέρω, το Σήμα χορηγείται σε ένα στάδιο, χωρίς προηγούμενη έγκριση καταλληλότητας οικοπέδου ή γηπέδου και αρχιτεκτονικής μελέτης και εκδίδεται αποκλειστικά από την οικεία Π.Υ.Τ. του Ε.Ο.Τ., με ειδική μνεία στην περίπτωση ύπαρξης κολυμβητικής δεξαμενής. Ο χρόνος που απαιτείται για την έκδοση του Σήματος είναι δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή των παραπάνω δικαιολογητικών και εφόσον πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αν παρέλθει η προθεσμία των  δέκα εργάσιμων ημερών τεκμαίρεται ότι το Σήμα έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρ. 14 του Ν. 3844/2010 και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει σχετική βεβαίωση από την αρμόδια για την χορήγησή του αρχή, η οποία οφείλει να τη χορηγήσει.

Ισχύς: Το Ε.Σ.Λ. είναι αόριστης διάρκειας. Τα δικαιολογητικά, όμως, που απαιτούνται για την έκδοσή τους ενδέχεται να έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ, εξ ου και θα πρέπει να αντικαθιστώνται προ της λήξεώς τους, διαφορετικά το Ε.Σ.Λ. ανακαλείται με απόφαση του Προϊσταμένου της  αρμόδιας Π.Υ.Τ.

3. Ποιοι είναι οι νόμιμοι όροι λειτουργίας των «αυτοεξυπηρετούμενων καταλυμάτων» ως μη κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων;

Ο ιδιοκτήτης ακινήτου που φέρει τις προδιαγραφές και τα χαρακτηριστικά της επιπλωμένης κατοικίας ή έπαυλης, μπορεί να το εκμισθώνει αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα, εφόσον τηρούνται οι εξής όροι:

  • Η εκμίσθωση γίνεται ενιαία κι όχι τμηματικά (για το όλο ακίνητο, δηλαδή)
  • Ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα περαιτέρω υπομίσθωσης.
  • Η εκμίσθωση καλύπτει περίοδο τουλάχιστον μίας εβδομάδας και όχι πέραν των τριών μηνών συνολικά ανά έτος, απαγορευόμενης της διαδοχικής εκμίσθωσης πέραν του τριμήνου του ίδιου έτους. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το χρονικό όριο των 30 ημερών του αρ. 2 του Ν. 4276/2014 σχετικά με την μίσθωση εν γένει των τουριστικών καταλυμάτων (στα οποία ανήκουν μεταξύ άλλων και τα αυτοεξυπηρετούμενα καταλύματα, ήτοι οι τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις και κατοικίες) καταργήθηκε με την διάταξη της παρ. 4 της υποπαρ. Α.3, του αρ. 2 του ν. 4336/2015 από την 1η Νοεμβρίου 2015. Κατά συνέπεια οι μισθώσεις διάρκειας μικρότερης των 30 ημερών δεν θεωρούνται πλέον απαραιτήτως ή αυτομάτως τουριστικές μισθώσεις 2. Η εν λόγω κατάργηση του χρονικού ορίου των 30 ημερών για τον χαρακτηρισμό μίας μίσθωσης ως τουριστικής δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την κατάργηση των επιπλωμένων επαύλεων ή κατοικιών ως τουριστικών καταλυμάτων. Συγκεκριμένα, ο ιδιώτης που επιθυμεί να προβεί στην εκμετάλλευση επιπλωμένων επαύλεων ή κατοικιών ως τουριστικών καταλυμάτων (του άρθρου 1 παρ. 2.β.αα και ββ του ν. 4276/2014) θα αδειοδοτείται από τις κατά τόπο αρμόδιες Π.Υ.Τ. και θα λαμβάνει Ε.Σ.Λ. σύμφωνα με τα ανωτέρω. Ευνόητο είναι ότι οι τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες ή επαύλεις που λειτουργούσαν ήδη πριν από την 01.11.2015 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4179/2013 μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν υπό αυτό το καθεστώς, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
  • Ο ιδιοκτήτης έχει λάβει το ειδικό σήμα του Ε.Ο.Τ. (Ε.Σ.Λ. βλ. ανωτέρω)
  • Η εκμίσθωση αφορά μία επιπλωμένη κατοικία ή έπαυλη, διότι η εκμίσθωση πέραν των δύο ακινήτων του ίδιου ιδιοκτήτη απαγορεύεται.
  • Συντάσσεται απλό συμφωνητικό εκμίσθωσης, το οποίο κατ’ ελάχιστο περιέχει:
    • Περιγραφή του ακινήτου
    • Τον Ειδικό Αριθμό Μητρώου του Ε.Ο.Τ. (ΜΗΤΕ)
    • Την διεύθυνση και τα ατομικά στοιχεία ιδιοκτήτη και μισθωτή
    • Την περίοδο μισθώσεως
    • Το ύψος του μισθώματος

Το συμφωνητικό θεωρείται από την Δ.Ο.Υ. εντός δεκαπέντε ημερών (15) από την σύναψή του και πάντως έως και την ημέρα της έναρξης της μισθώσεως.

Να σημειωθεί ότι ο εκμισθωτής δεν έχει υποχρέωση να κάνει έναρξη επιτηδεύματος στην οικεία Δ.Ο.Υ. ούτε ασφάλισης σε οποιοδήποτε φορέα για τη δραστηριότητα αυτή και ότι τα εισοδήματα από την εκμίσθωση φορολογούνται αυτοτελώς, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος εκ μισθωμάτων. Σημειώνεται ότι [σύμφωνα με τα άρθρα 21, 39 και 40 του ν. 4172/2013 όπως ισχύει, καθώς και με την υπ’αρ. ΠΟΛ. 1069/23.03.2013 ερμηνευτική εγκύκλιο] η παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας από τον εκμισθωτή (π.χ. αλλαγή κλινοσκεπασμάτων, φύλαξη κλπ.) καθιστά το παραγόμενο εισόδημα «εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητρα».

4. Παραβάσεις του Ν. 4179/2013, οι οποίες ρητώς συνεπάγονται κυρώσεις.

Α) Διαφήμιση και προώθηση του αυτοεξυπηρετούμενου τουριστικού καταλύματος:

Σε όλες τις προωθητικές και διαφημιστικές καταχωρήσεις των μη κύριων τουριστικών καταλυμάτων πρέπει να καθίσταται υποχρεωτικά με σαφήνεια και ευκρίνεια αντιληπτός ο αριθμός μητρώου αυτών (ΜΗΤΕ) από τους αποδέκτες των διαφημιστικών μηνυμάτων, άλλως επιβάλλεται με απόφαση του Προϊσταμένου της οικείας Π.Υ.Τ. του Ε.Ο.Τ. πρόστιμο [σήμερα ύψους 1.000 ευρώ υπέρ του Ε.Ο.Τ. βλ. ν. 4070/2012 άρθρ.165 παρ3].

Β) Λειτουργία του τουριστικού καταλύματος χωρίς το αναγκαίο Ε.Σ.Λ.

Η εκμίσθωση του ακινήτου χωρίς το προβλεπόμενο Ε.Σ.Λ. αλλά και η αδειοδότηση από αναρμόδια υπηρεσία ή κατά παράβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας, πέραν των προβλεπόμενων φορολογικών κυρώσεων και των αντιστοίχων που προβλέπει η τουριστική νομοθεσία [Ν. 2160/1993 άρθρ. 4], συνεπάγεται την επιβολή από την οικεία  Π.Υ.Τ. του Ε.Ο.Τ. προστίμου 50.000 ευρώ.

Προ της επιβολής του προστίμου η Π.Υ.Τ. οφείλει να σεβαστεί το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του φερόμενου ως παραβάτη, καλώντας τον να δώσει σχετικές διευκρινίσεις μέσα σε15 ημέρες από την παραλαβή της σχετικής κλήσης.

Κατά της απόφασης με την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο δεν χωρεί ενδικοφανής προσφυγή [Ν. 3270/2004 άρθρ. 4 παρ6].

ΣΩΚΕΔ

03.04.2015 – updated 16.05.2016

  1. Στην περίπτωση που η κολυμβητική δεξαμενή κατασκευασθεί μετά την χορήγηση Ε.Σ.Λ., κατατίθενται εκ των υστέρων να άνω αναφερόμενα δικαιολογητικά και η σχετικά άδεια δόμησης για την χορήγηση άδειας λειτουργίας της κολυμβητικής δεξαμενής και τροποποιείται το Ε.Σ.Λ. με την προσθήκη μνείας για την ύπαρξή της.
  2. Η πρακτική σημασία της εν λόγω νομοθετικής αλλαγής έχει κυρίως φορολογικό χαρακτήρα, δηλ. ως προς το αν το εισόδημα από μία μίσθωση διάρκειας μικρότερης των 30 ημερών θα φορολογηθεί ως εισόδημα από αστική μίσθωση παραθεριστικής (δευτερεύουσας) κατοικίας ή ως εισόδημα από βραχυχρόνια τουριστική μίσθωση. Ευνόητο είναι ότι στην περίπτωση αστικής μίσθωσης δεν απαιτείται η κατοχή Ε.Σ.Λ., ενώ στην περίπτωση τουριστικής μίσθωσης απαιτείται. Όμως, οι Π.Υ.Τ. δεν νομιμοποιούνται από την 01.11.2015 και μετά στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ορισμένη έπαυλη ή κατοικία λειτούργησε (υπό την έννοια ότι προωθήθηκε) ως τουριστικό κατάλυμα, αφού πλέον η μίσθωση των επιπλωμένων επαύλεων και κατοικιών για χρονικό διάστημα μικρότερο των 30 ημερών δεν χαρακτηρίζεται απαραίτητα ως τουριστική και, συνεπώς, δεν αποτελούν αναγκαστικά υποκείμενα της ισχύουσας τουριστικής νομοθεσίας. Το ζήτημα της φορολόγησης του εισοδήματος από την πρακτική μίσθωσης επιπλωμένων επαύλεων ή κατοικιών θα ρυθμιστεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών με σχετική ερμηνευτική εγκύκλιο.

Αποποίηση κληρονομίας πριν αποποιηθεί ο προπορευόμενος κληρονόμος

Σε περίπτωση θανάτου ενός προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή βάσει διαθήκης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (τους κληρονόμους) [ΑΚ 1710]. Συχνά, όμως, ο κληρονομούμενος ήταν κατάχρεος, εξ ου και οι κληρονόμοι του αποποιούνται την κληρονομία αυτού για να μην καταστούν υπόλογοι για την αποπληρωμή των χρεών του. Όταν, όμως, αποποιείται ένας κληρονόμος, στη θέση του καλείται κατά κανόνα κάποιο άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος 1. Π.χ. όταν το τέκνο του θανόντος αποποιείται την κληρονομία, καλούνται σε αυτήν οι εγγονοί του θανόντος (τέκνα του τέκνου), ενώ αν αποποιηθούν όλα τα τέκνα και οι εγγονοί θα κληθούν οι γονείς και τα αδέλφια του θανόντος κ.ο.κ.. Καθόσον, όμως, η κληρονομία είναι κατάχρεη, και οι επόμενοι κατά σειρά κληρονόμοι έχουν κάθε λόγο να αποποιηθούν.

Στις  περιπτώσεις αυτές γεννάται το ερώτημα αν επόμενος κατά σειρά κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία πριν ακόμη κληθεί στην κληρονομία, πριν ακόμη, δηλαδή, αποποιηθεί ο προπορευόμενος κληρονόμος. Μπορεί π.χ. εγγονός του κληρονομούμενου να αποποιηθεί εγκύρως την κληρονομία πριν ακόμη αποποιηθεί το τέκνο του κληρονομούμενου (γονέας του εγγονού); Μπορεί να αποποιηθεί ο αδελφός πριν αποποιηθούν όλα τα τέκνα και τα εγγόνια του κληρονομούμενου;

Ορίζεται σαφώς στην ΑΚ 1851 ότι η αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας είναι άκυρη αν γίνει πριν από την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, καθώς και αν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία. Περαιτέρω, η αποποίηση της κληρονομίας πρέπει να λάβει χώρα εντός ορισμένης προθεσμίας που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή της κληρονομίας και το λόγο της 2 Δημιουργείται εκ των ανωτέρω η εντύπωση ότι αποποίηση δεν είναι δυνατή προτού συντρέξουν όλες οι προϋποθέσεις κλήσης ενός προσώπου στην κληρονομία. Προσεκτικότερη, όμως, ανάγνωση του συνόλου των διατάξεων περί κληρονομικής διαδοχής και αποποίησης δεικνύει πως η εντύπωση αυτή δεν είναι ορθή, ως γίνεται δεκτό από την μεγαλύτερη μερίδα της θεωρίας.

Καταρχάς, ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας στον κληρονόμο είναι ο χρόνος του θανάτου του κληρονομούμενου [ΑΚ 1711 εδ.β΄]. Σε περίπτωση δε αποποίησης από κληρονόμο η κληρονομία θεωρείται ότι επήχθη στα πρόσωπα που θα είχαν κληθεί ως κληρονόμοι, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το θάνατο του κληρονομούμενου [ΑΚ 1856 εδ.β΄], η δε επαγωγή θεωρείται ότι έγινε «αναδρομικώς» από το θάνατο του κληρονομούμενου [ΑΚ 1856 εδ.γ΄].  Κρίσιμος, λοιπόν, είναι ο χρόνος του θανάτου, ο οποίος ταυτίζεται με το χρόνο της επαγωγής. Γι’ αυτό και ως γνώση της επαγωγής κατά την ΑΚ 1847 λογίζεται η γνώση του θανάτου [ΑΠ 424/2005 ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, όταν ο νόμος ορίζει πως η αποδοχή ή η αποποίηση είναι άκυρες αν λάβουν χώρα πριν από την επαγωγή, εννοεί πως είναι άκυρες αν γίνουν πριν από τον θάνατο 3 Και τούτο διότι πριν από την επαγωγή, δηλαδή πριν από τον θάνατο του κληρονομούμενου, αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας λογικώς δεν είναι νοητή, αφού το κληρονομικό δικαίωμα δεν έχει ακόμα γεννηθεί, ώστε να είναι δυνατή η από αυτό παραίτηση δια της αποποιήσεως. Εφόσον, όμως, έχει επέλθει ο θάνατος, στον οποίο πλασματικά ανατρέχει πάντα η επαγωγή και η γένεση του κληρονομικού δικαιώματος, είναι νοητή και η αποποίηση 4.

Περαιτέρω, αιρέσεις 5 που συνεπάγονται ακυρότητα της αποποίησης είναι κατά την κρατούσα άποψη 6 μόνον οι γνήσιες αιρέσεις (π.χ. αποποιούμαι υπό την προϋπόθεση ότι η κληρονομία δεν έχει χρέη) και όχι οι λεγόμενες αιρέσεις δικαίου, δηλαδή εκείνες που αφορούν σε αβέβαιο και μελλοντικό γεγονός το οποίο, όμως, είναι εκ του νόμου αναγκαίο για να επέλθουν τα αποτελέσματα της δήλωσης βουλήσεως του κληρονόμου περί αποποιήσεως. Η δήλωση αποποίησης που γίνεται για την περίπτωση αποποίησης του προπορευόμενου κληρονόμου περιλαμβάνει τέτοια μη απαγορευόμενη αίρεση δικαίου, αφού εξαρτάται μεν από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, η επέλευση του οποίου, όμως, αποτελεί αναγκαίο κατά νόμον όρο για να ισχύσει η αποποίηση 7

Όσον αφορά τώρα στην προθεσμία της αποποίησης, ναι μεν ως όρος για την εκκίνηση αυτής είναι η γνώση της συγκεκριμένης κλήσης του κληρονόμου (εν προκειμένω της έκπτωση προπορευόμενου κληρονόμου 8), ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται η αποποίηση και πριν από αυτήν (πάντα, όμως, μετά από τον θάνατο). Και τούτο διότι η προθεσμία της αποποίησης έχει ταχθεί προς το συμφέρον του κληρονόμου 9, ο οποίος πρέπει να αποποιηθεί προ της παρελεύσεώς της, δεν εμποδίζεται, όμως, να το πράξει και πριν ακόμη αυτή αρχίσει 10.

Επομένως, κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη η αποποίηση που γίνεται μετά το θάνατο του κληρονομούμενου είναι έγκυρη, ακόμη και αν δεν έχουν συντρέξει οι προϋποθέσεις κλήσεως του αποποιούμενου στην κληρονομία και συνακόλουθα δεν έχει αρχίσει να «τρέχει» η προθεσμία της αποποίησης. Άλλωστε, κάτι τέτοιο φαντάζει και πρακτικά ορθό. Ο έχων την πρόθεση να αποποιηθεί σε περίπτωση που κληθεί ως κληρονόμος κατόπιν εκπτώσεως όσων θα κληθούν πριν από αυτόν, δεν έχει λόγο ούτε συμφέρον να περιμένει. Αντιθέτως, τυχόν αναμονή δημιουργεί τον κίνδυνο, όταν πλέον οι προπορευόμενοι κληρονόμοι αποποιηθούν ή εκπέσουν για άλλο λόγο, αυτός να το πληροφορηθεί με μεγάλη καθυστέρηση και να βρεθεί στη δύσκολη θέση να πρέπει να αποδείξει ότι δεν γνώριζε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις κλήσεώς του, προκειμένου να κριθεί εμπρόθεσμη η αποποίηση στην οποία θα προβεί. Τέλος, η προτεινόμενη λύση υπηρετεί και την ασφάλεια των συναλλαγών, αφού επιτρέπει την ταχεία οριστικοποίηση της κληρονομικής διαδοχής 11.

30.03.2015

Αναστασία Κρητικού

Νίκος Καλαμίτσης

ΠΡΟΣΟΧΗ! Η αποποίηση ή αποδοχή κληρονομίας αποτελεί ζήτημα που ενδεχομένως να έχει εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποφασίζεται χωρίς προηγούμενη νομική συμβουλή επί των περιστατικών της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

  1. Στην εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου = χωρίς διαθήκη) κληρονομική διαδοχή ο θανών κληρονομείται από τον/τη σύζυγό του και τους εξ αίματος συγγενείς του, οι οποίοι καλούνται ως κληρονόμοι με τη σειρά που ορίζουν οι διατάξεις του κληρονομικού δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, οι εξ αίματος συγγενείς χωρίζονται από το νόμο σε «τάξεις». Πρώτα καλούνται οι κατιόντες του θανόντος (τέκνα, εγγόνια, δισέγγονα κ.ο.κ. – πρώτη τάξη, ΑΚ 1813), μετά οι γονείς και τα αδέλφια του, καθώς και τα τέκνα και εγγόνια των αδελφιών που έχουν αποβιώσει πριν από τον κληρονομούμενο [δεύτερη τάξη, ΑΚ 1814], στη συνέχεια οι παππούδες του κληρονομούμενου και τα τέκνα και εγγόνια τους (δηλ. οι θείοι και τα πρώτα εξαδέλφια του θανόντος – τρίτη τάξη ΑΚ 1816) και τέλος οι προπαππούδες και οι προγιαγιάδες – τέταρτη τάξη, ΑΚ 1817). Για λόγους πληρότητος αναφέρεται πως αν δεν υπάρχει κάποιο από τα πρόσωπα των ανωτέρω τεσσάρων τάξεων, όλη η κληρονομία περιέρχεται στον/στη σύζυγο του κληρονομούμενου [πέμπτη τάξη, ΑΚ 1821] και αν ούτε σύζυγος υπάρχει στο Δημόσιο [έκτη τάξη, ΑΚ 1824]. Για να κληθούν όσοι περιλαμβάνονται σε μία επόμενη τάξη πρέπει να έχουν εκλείψει όλοι οι κληρονόμοι των προηγούμενων τάξεων (είτε διότι δεν ζούσαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, είτε γιατί αποποιήθηκαν την κληρονομία ή γιατί εξέπεσαν του κληρονομικού δικαιώματος μετά από το θάνατο). Εντός της ιδίας τάξεως η διαδοχή γίνεται κατά ρίζες, δηλαδή ο γονέας αποκλείει το τέκνο του και το τέκνο τον εγγονό (π.χ. αν ο κληρονομούμενος αφήσει υιό και εγγόνια από τον υιό του, καλείται αρχικώς μόνον ο υιός, και μόνον αν αυτός αποποιηθεί ή απολέσει το κληρονομικό δικαίωμα εξ άλλου λόγου θα κληθούν τα εγγόνια).
  2. Η προθεσμία είναι κατά κανόνα τετράμηνη, πλην αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στην αλλοδαπή ή ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή ενόσω διέμενε στην αλλοδαπή, οπότε και είναι ετήσια. Εφόσον υπάρχει η διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης [ΑΚ 1847].
  3. βλ. Παύλο Φίλιο, «Κληρονομικό Δίκαιο», Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 4η έκδοση, §12 Β IV, σ. 73 και 13 Β Ι σ. 78 – Γ. Μπαλή, Κληρονομικό Δίκαιο, εκδ. Γ΄, 1952, §§174, 165 β – Βουζίκα, Κληρονομικό Δίκαιο,  χ.ε. Αθήνα 1972, Τ. Α’ §18 σ. 141– Νικ. Σ.Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1989), 5η έκδοση, §19 σ. 91 (VI) 
  4. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι δεν ενδιαφέρει καν αν ο κληρονόμος που αποποιείται γνώριζε ή όχι κατά την αποποίηση την επαγωγή, αλλά μόνον αν αυτή είχε πράγματι επέλθει, αν δηλαδή, είχε λάβει χώρα το πραγματικό γεγονός του θανάτου. Βλ. Νικ. Σ. Παπαντωνίου, «Κληρονομικό Δίκαιο», εκδ. Αφοί Π. Σάκκουλα, 5η έκδοση αναθεωρημένη παρ19 III σ. 89.
  5. Βασική είναι η διάκριση μεταξύ γνήσιων και νομικών αιρέσεων ή αιρέσεων δικαίου: Γνήσια είναι η αίρεση, με την οποία εξυπηρετείται η αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί μελλοντικά η πορεία των συναλλακτικών γεγονότων. Τα αποτελέσματα, λοιπόν, της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από τη βούληση προσώπου και όχι από διάταξη νόμου, εξαρτώνται, δηλαδή, από μία προϋπόθεση που ο δικαιοπρακτών θέτει ιδία βουλήσει και η οποία δεν προβλέπεται ούτως ή άλλως στο νόμο [ΑΠ 897/77 ΝοΒ 26/707 – Μπέης, ΠολΔ 378]. Αντίθετα, μιλάμε για νομική αίρεση ή αίρεση δικαίου όταν η ενέργεια της δικαιοπραξίας συναρτάται προς τη συνδρομή ορισμένων περιστατικών, προϋποθέσεων ή όρων που ο ίδιος ο νόμος θέτει [Σημαντήρας, 881, Α 2005/69 ΕΕΝ 36/643], εξ ου και η προσθήκη ως αίρεσης αυτών των περιστατικών, προϋποθέσεων ή όρων δεν έχει ιδιαίτερη έννομη επιρροή, αφού ούτως ή άλλως προβλέπεται στο νόμο [Βαθρακοκοίλη, «Αναλυτική Ερμηνεία – Νομολογία ΑΚ», Γ’ έκδοση, Αθήνα 1994, τ.Α’ σ. 297, βλ. και Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλο, «Αστικός Κώδιξ», Αφοί Π. Σάκκουλα (Αθήνα 1978), τ.I, σ. 334].
  6. Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλο, «Αστικός Κώδιξ», Δίκαιο & Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλα, τ. IX σ.550, 551, Βουζίκα, «Κληρονομικόν Δίκαιον» (Αθήνα 1972), τ.Α’ σ.142
  7. Έχει υποστηριχθεί ότι ο κληρονόμος δεν εμποδίζεται να προσθέσει ρητώς στην δήλωση της αποποίησης ή αποδοχής αιρέσεις δικαίου, όπως «αποδέχομαι (ή αποποιούμαι) την κληρονομία του Κ, αν πράγματι έχει πεθάνει» ή «αν καλούμαι στην κληρονομία του Κ» ή «αν η διαθήκη είναι έγκυρη» ή «αν εξέπεσε ο πριν από εμένα καλούμενος» ή «αν καλούμε από τη διαθήκη του Κ». βλ. Γεωργιάδη, «Αστικός Κώδιξ», Δίκαιο & Οικονομία Π.Ν.Σάκκουλας, (Αθήνα 1996), Τ. IX, σελ. 551 (παρ29).
  8. βλ. Φίλιο, ο.π., σ§13 Γ ΙΙ σ. 81
  9. βλ. Εμμανουήλ Ι. Βουζίκα, Κληρονομικόν Δίκαιο Τ. Α’ (1972), παρ18, σ. 141
  10. βλ. ΜΠρΞάνθης 111/2019 ΕφΑΔΠολΔ 2019, 1048 – ΕιρΑλεξανδρούπολης 392/2017 αδημ.
  11. Σταμάτη Κουμάνη, “Η Αποποίηση της Κληρονομία”, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015, σ. 157

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΩΣ ΠΛΑΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

(βάσει νομολογιακών δεδομένων)

Χρόνος προβολής του περί πλαστότητος ισχυρισμού: Σύμφωνα με το άρθρο 460 ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν έχουν ακόμη κριθεί γνήσια (όταν, δηλαδή, έχει γίνει δεκτό ότι προέρχονται από το πρόσωπο που φέρεται να τα έχει εκδώσει/υπογράψει). Κατά το άρθρο 461 ΚΠολΔ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας [ΑΠ 631/2005 ΝΟΜΟΣ]. Αντιθέτως, εάν η πλαστότητα δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, τότε μπορεί να προταθεί μόνον κατά την συζήτηση στην οποίαν προσκομίζεται το πρώτον το έγγραφο (464 ΚΠολΔ) και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση [ΠΠρΑθ 1979/2010 ΝΟΜΟΣ]. 

Προαπόδειξη: Από την 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός πλαστότητας δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, απαιτείται αυτός που προβάλλει τον ισχυρισμό πλαστότητας να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα και να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα [ΟλΑΠ 23/1999 ΕλλΔνη 42, 30 – ΑΠ 151/1999 ΕλλΔνη 40, 1092 – ΑΠ 188/1999 ΕλλΔνη 40. 1094]. Μεταγενέστερη συμπλήρωση του ισχυρισμού πλαστότητας ως προς τα ανωτέρω στοιχεία (ονομαστική αναφορά μαρτύρων και άλλων αποδεικτικών μέσων και προσκομιδή αποδεικτικών εγγράφων) δεν αίρει τον χαρακτήρα του ισχυρισμού ως απαραδέκτου [ΕφΘεσ 357/2005 Αρμ. 2005, 1977 – ΕφΑΘ 1541/2000 – ΕφΘεσ 466/1990 Αρ. 45, 382]. 1 Ο περιορισμός αυτός της 463 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η συγκεκριμένη διάταξη [ενταχθείσα στο περί αποδείξεων 12ο κεφάλαιο και στον περί εγγράφων (ως αποδεικτικών μέσων) 8ο τίτλο του ΚΠολΔ] ρυθμίζει κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας για την πλαστότητα εγγράφου που προσβάλλεται παρεμπιπτόντως σε εκκρεμή δίκη, εφαρμόζεται μόνο όταν ο ισχυρισμός πλαστότητας προβάλλεται με ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού τείνει να αποτρέψει τη στρεψοδικία και την παρέλκυση εκκρεμούς δίκης στη διάρκεια της οποίας προσκομίστηκε το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο. Επειδή, όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα κήρυξης εγγράφου ως πλαστού, η υποχρέωση της ΚΠολΔ 463 δεν ισχύει όταν η πλαστότητα του εγγράφου προτείνεται με κύρια (αυτοτελή αναγνωριστική) αγωγή, στην οποία έχουν εφαρμογή οι κοινοί κανόνες των άρθρων 216, 270 ΚΠολΔ, ή με ανακοπή που και αυτή αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης αφού οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή (585§1 ΚΠολΔ) [ΟλΑΠ 23/1999 ΕλλΔνη 41, 29 – ΑΠ 817/2004, ΧΡΙΔ 2004, 918 – ΑΠ 1643/2002, ΝοΒ 2003, 1212 – ΑΠ 1644/2002, ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 922/2002, ΕλλΔνη 44, 1352 – ΕφΘεσ 204/2009, ΔΕΕ 2009, 1107 – ΕφΠατρών 1480/2006 ΑχΝομ 2007, 485 – ΜΠρΡοδ 97/2011 ΝΟΜΟΣ – ΕφΘεσ 1038/2008 Αρμ. 2009, 389 – ΜπρΛαμ 1740/2007 Αρμ. 2008, 88]. 2 3

Ειδική Πληρεξουσιότητα: Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 461, 98§3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό του ισχυρισμού περί πλαστότητας, ανεξάρτητα από το αν αυτή αποδίδεται ή όχι σε ορισμένο πρόσωπο, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα όταν αυτός προβάλλεται από πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου. Η πληρεξουσιότητα αυτή δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δικαστικό πρακτικό ή με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά [ΑΠ 291/2002 ΕλλΔνη 44, 187 – ΕΑ 3317/1990 ΕλλΔνη 32, 150]. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας αναπληρώνεται με την έγκριση του ενισταμένου που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και να συνάγεται από την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο (ΕΑ 923/2000 ΕλλΔνη 41, 857 – ΕΑ 3317/1990 ό.π.). Τέτοια πληρεξουσιότητα, πάντως, δεν απαιτείται όταν έχει υποβληθεί αρμοδίως σχετική μήνυση για πλαστογραφία (ΑΠ 291/2002 ΕλλΔνη 44, 188 – ΕφΘεσ 663/1995 Αρμ. 1996, 73), αλλά και στην περίπτωση που το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί [ΑΠ 979/2010 ΝΟΜΟΣ].

Όταν το έγγραφο προσκομίζεται εξαρχής ως πλαστό: Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις παραδεκτού του περί πλαστογραφίας ισχυρισμού (ειδική πληρεξουσιότητα, προαπόδειξη) δεν εφαρμόζονται όταν το έγγραφο προσκομίζεται εξαρχής ως πλατό για την απόδειξη αδικοπραξίας συνιστάμενης ακριβώς στην πλαστογράφησή του. Εύγλωττη σχετικώς η ΑΠ 1190/2003 [ΕλλΔνη 2005, 391]: «Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 98 περ. β΄, 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η ειδική πληρεξουσιότητα που προβλέπεται από την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού, καθώς και η υποχρεωτική προαπόδειξη του σχετικού ισχυρισμού, απαιτούνται όταν ορισμένο έγγραφο, το οποίο προσκομίζεται στη δίκη από τον ένα διάδικο, προσβάλλεται από τον άλλον ως πλαστό, προκειμένου να εκμηδενισθεί η αποδεικτική του αξία. Συνεπώς, όταν το έγγραφο προσκομίζεται όχι ως γνήσιο, αλλ’ ως πλαστό, με στόχο να διαγνωσθεί η τέλεση αδικοπραξίας και να θεμελιωθεί η εξ αυτής αστική ευθύνη του πλαστογράφου, τότε δεν πρόκειται για προσβολή επί πλαστότητι και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται ούτε ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που προσκομίζει το έγγραφο, ούτε συντρέχει ανάγκη για προαπόδειξη της πλαστότητας. Τούτο δε γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, η πλαστότητα δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, ώστε η απόδειξή του να υπόκειται στους περιορισμούς των πιο πάνω διατάξεων (Ολομ. Α.Π. 23/1999), αλλ’ εξειδικεύει την έννοια της αδικοπραξίας, η οποία αποτελεί την ιστορική βάση της αγωγής, εκφέροντας το είδος αυτής και τη μορφή με την οποία πραγματώθηκε. Ούτε επίσης καθίσταται αόριστη η αγωγή, αν δεν περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πλαστογραφία, καθόσον αυτός μπορεί να προκύψει εκ των αποδείξεων.»

Νίκος Καλαμίτσης

25.02.2015

  1. Πάντως, στην περίπτωση που ο περί πλαστότητας ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς, ερευνητέος τυγχάνει ο περιεχόμενος σε αυτόν ελάσσων ισχυρισμός περί άρνησης της γνησιότητας της υπογραφής που έχει τεθεί στο προσβαλλόμενο έγγραφο [ΕφΘεσ 466/1990 Αρμ. 45, 382 – ΕφΘεσ 647/1985  Αρμ. 1985, 1073 – ΜπρΘεσ 23348/2001 ΑρΝομ 2006, 208], εφόσον, φυσικά, έχει προταθεί παραδεκτώς στη συζήτηση κατά την οποίο προσκομίσθηκε το πρώτον το έγγραφο και όχι σε ύστερο χρόνο.
  2. «Το αυτό ισχύει, για την ταυτότητα του νομοθετικού σκοπού αποτροπής παρελκυστικής προβολής ισχυρισμών πλαστότητας εγγράφων στην πολιτική δίκη και στρεψοδικίας, στην περίπτωση κατά την οποία με λόγο έφεσης προτείνεται ισχυρισμός πλαστότητας αποδεικτικού εγγράφου, κατόπιν επικλήσεως και προσκομίσεως δημόσιου εγγράφου που περιήλθε σε γνώση του εκκαλούντος μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αποδεικνύει, λόγω και της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος του (άρθρα 438 έως 441 Κ.Πολ.Δικ), το αναληθές και ανίσχυρο των βεβαιούμενων με το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο κρίσιμων περιστατικών για την ευδοκίμηση της αγωγής. Διότι με τον τρόπο αυτό, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της οικονομίας της δίκης, επιτυγχάνεται, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η ορθή διάγνωση της εκκρεμούς διαφοράς, χωρίς να είναι απαραίτητη η προσφυγή και σε άλλα, πέρα από το δημόσιο έγγραφο, αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραδεκτού του προτεινόμενου σχετικού ισχυρισμού.» ΑΠ 37/2010 ΝΟΜΟΣ.
  3. Ειδικά, όμως, ως προς την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής βασισμένης σε πιστωτικό τίτλο έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι ο ισχυρισμός πλαστότητος που αποτελεί λόγο της ανακοπής  του άρθρου 632§1 ΚΠολΔ, ομοιάζει με ένσταση πλαστότητας του πιστωτικού τίτλου, (βλ. ΕφΑΘ 1541/2000 ΕλλΔνη 41, 1687 – ΕφΘεσ 466/1990 Αρμ 45, 382 – ΕφΛαρ 100/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011, 757), εξ ου και για το παραδεκτό αυτού απαιτείται συμμόρφωση του ανακόπτοντος με την 463 ΚΠολΔ.

Αποποίηση & Σύνταξη Χηρείας

Διάφορες διατάξεις νόμου προβλέπουν δικαιώματα που απονέμονται υπό την προϋπόθεση του θανάτου ενός προσώπου σε μέλη της οικογένειας αυτού. Τέτοιο δικαίωμα είναι εκείνο της λήψεως συντάξεως από τον επιζώντα σύζυγο ή από τις άγαμες θυγατέρες αποβιώσαντος, καθώς και το δικαίωμα λήψεως εφάπαξ βοηθήματος από συγγενείς του αποβιώσαντος. Γεννάται το ερώτημα κατά πόσον τα δικαιώματα αυτά εντάσσονται στην κληρονομία του αποβιώσαντος ή όχι. Η απάντηση στο ερώτημα είναι κρίσιμη για το κατά πόσον ως προς αυτά τα δικαιώματα θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις του κληρονομικού δικαίου, αλλά και της φορολογίας κληρονομιών. Αν πρόκειται για στοιχεία της κληρονομίας, η αποποίηση της κληρονομίας συνεπάγεται και απώλεια των εν λόγω κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων (η δε αποδοχή της τον συνυπολογισμό τους για την επιβολή φόρου κληρονομίας).

Η ορθή απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Τα εν λόγω δικαιώματα δεν αποτελούν αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, διότι γεννώνται βάσει ειδικών νομοθετικών διατάξεων απευθείας στο πρόσωπο των δικαιούχο με το θάνατο του συζύγου-συγγενούς τους. Δεν αποτελούν, δηλαδή, δικαιώματα του ίδιου του αποβιώσαντος, που μεταβιβάζονται με το θάνατό του στα πρόσωπα που κατά το αστικό δίκαιο τον κληρονομούν, εξ ου και δεν θα μπορούσε ο αποβιώσας να διαθέσει αυτά με τη σύνταξη διαθήκης (π.χ. να ορίσει ποιος θα λαμβάνει τη σύνταξή του). [Απ. Γεωργιάδης σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθ. 1710 αρ. 42, 43, Παπαντωνίου, Κληρον. Δίκαιο, 1985, παρ. 9α σελ. 43 – Γεώργιος Μπαλής, Κληρονομικόν Δίκαιο, Αφοί Σάκκουλα, Αθήνα 1965, §6 – ΑΠ 111/73 ΝοΒ 74, 877 – ΑΠ 151/81 ΝοΒ 29, 1379 – ΕΑ  1258/2001 ΕλΔ 42, 952 – ΕΑ 7992/2005 Δνη 2009, 561.]

Εύστοχα το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αναφέρει ότι «[τ]ο δικαίωμα αυτό δηλ. λήψης συντάξεως αιτία θανάτου ασφαλισμένου] αποκτούν οι δικαιούχοι ιδίω δικαίω (JURE PROPRIO) και απ’ ευθείας από τους συνταξιοδοτικούς νόμους και όχι κληρονομικώ δικαιώματι (JURE HEREDITATIΟ)» [με παραπομπή στον Τούση] για να καταλήξει ότι «η αποποίηση της κληρονομίας του θανόντος δεν θίγει το συνταξιοδοτικό δικαίωμα της συζύγου.» (ομοίως γνωμοδότησε η Νομική Διεύθυνση του Υπορυγείου Οικονομικών με το με αρ. πρωτ. 4512/1988 έγγραφό της). Το δε Εφετείο Ιωαννίνων έκρινε στην απόφαση 48/2009 [Δνη 2009, 505] ότι η σύνταξη που λαμβάνει η χήρα αποβιώσαντος εξαιτίας του θανάτου του δεν υπόκειται στις περί συνεισφοράς διατάξεις του Αστικού Κώδικα [δεν συνυπολογίζεται δηλ. κατά τον υπολογισμό των κληρονομικών μερίδων και της νόμιμης μοίρας], αφού δεν αποτελεί παροχή προερχόμενη από την περιουσία του κληρονομούμενου, αλλά από την περιουσία του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, που απονέμεται το πρώτον εκ του νόμου στην ίδια τη χήρα και όχι λόγω κληρονομικής διαδοχής. Αλλά και σε ό,τι αφορά στα εφάπαξ βοηθήματα (το κοινώς λεγόμενο «εφάπαξ») που χορηγούνται από οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης σε πρόσωπα οριζόμενα από το νόμο εξαιτίας του θανάτου ασφαλισμένου, εντοπίζονται ανάλογες αποφάσεις [ΑΠ 111/73 ΝοΒ 1973, 877 & ΑΠ 151/81 ΝοΒ 29, 1379], σύμφωνα με τις οποίες τα εν λόγω εφάπαξ βοηθήματα δεν περιλαμβάνονται στην κληρονομία.

Θα πρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί ότι οι κοινωνικοασφαλιστικές παροχές δεν περιλαμβάνονται στην κληρονομία μόνο όταν χορηγούνται υπό τον όρο του θανάτου ασφαλισμένου στα κατά νόμον οριζόμενα πρόσωπα και όχι όταν οι προϋποθέσεις κτήσεως αυτών έχουν πληρωθεί προ του θανάτου του και στο πρόσωπό του, οπότε και κληρονομούνται όπως κάθε άλλο περιουσιακό δικαίωμα του αποβιώσαντος [ΕΑ 1258/2001 ΕλΔ 42, 952]. Έτσι, αν κάποιος υποβάλει αίτηση συντάξεως εν ζωή και δικαιούται με τη συνταξιοδότησή του και εφάπαξ βοηθήματος, οι σχετικές, όμως, αποφάσεις απονομής εκδοθούν μετά το θάνατό του (ανατρέχοντας, ωστόσο, στο χρόνο υποβολής του αιτήματος συνταξιοδότησης), τότε τα ποσά συντάξεων που οφείλονται για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αιτήσεως μέχρι και το θάνατο, όπως και το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, αποτελούν στοιχεία τηε κληρονομία, τα οποία μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του αποβιώσαντος κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου (και φορολογούνται αναλόγως).

Νίκος Καλαμίτσης

09.08.2011 – updated 08.03.2017

 ΠΡΟΣΟΧΗ! Η αποποίηση ή αποδοχή κληρονομίας αποτελεί ζήτημα που ενδεχομένως να έχει εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποφασίζεται χωρίς προηγούμενη νομική συμβουλή επί των περιστατικών της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.