Σώρευση πλαγιαστικής αγωγής κατά ασφαλιστή – τρόπος άσκησης
‘Αρθρο 72 ΚΠολΔ: «Οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του»
Από την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία για λογαριασμό του ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που έχουν στενό προσωποπαγή χαρακτήρα. Επίσης, είναι αυτονόητο ότι το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής είναι η γένεση της αξίωσης του οφειλέτη έναντι του υπόχρεου αυτού και η αδράνεια του τελευταίου.
Στις διαφορές εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων είναι συχνή η άσκηση πλαγιαστικής αγωγής από τον παθόντα τρίτο κατά του ασφαλιστή όταν η ευθεία αξίωση κατά αυτού έχει παραγραφεί. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος μπορεί να ασκήσει κατά του ασφαλιστή πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή από την σύμβαση ασφάλισης, εφόσον η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την άσκηση της πλαγιαστικής αυτής αγωγής είναι και πάλι η γένεση της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η οποία γένεση κατά την κρατούσα άποψη, επέρχεται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε επιδώσει στον ασφαλισμένο τη σχετική αγωγή που ενεργοποιεί την ευθύνη του γιατί από τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν ακόμα δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί, με δικαστική διάγνωση ή εξώδικο καθορισμό, το ύψος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου. Περαιτέρω, απαραίτητη είναι και η αδράνεια του ασφαλισμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του κατά του ασφαλιστή. Πριν από την επίδοση στον ασφαλισμένο της αγωγής του παθόντος δεν έχει γεννηθεί αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή για καταβολή του ασφαλίσματος, και, συνεπώς, δεν μπορεί να νοηθεί καν αδράνεια ενός τέτοιου προσώπου, το οποίο ακόμη τότε δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του δανειστή του ασφαλιστή του.
Μη επιτρεπτό σώρευσης:
Όταν, λοιπόν, ο παθών τρίτος, με το ίδιο δικόγραφο ασκεί ευθεία αγωγή κατά του υπόχρεου ασφαλισμένου και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ δεν προλαβαίνει να συντρέξει η κατά την τελευταία αυτή διάταξη προϋπόθεση της αδράνειας του οφειλέτη. Σε μια τέτοια περίπτωση η πλαγιαστική αγωγή ασκείται προώρως, ενόψει του ότι δεν έχει γεννηθεί ακόμη αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, ούτε έχει επακολουθήσει αδράνεια του ασφαλισμένου που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση της πλαγιαστική αγωγής. [βλ. σχετικώς την πάγια νομολογία: ΕφΑθ 4952/2005 ΣΕπΣυγκΔ 2005, 573 , Εφ Δωδ 385/2005, ΕφΑθ 3030/2005 ΔΕΕ 2005.1193, Εφ Κρήτης 571/2004 ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2006.35, ΕφΠειρ 116/2004 ΔΕΕ 2004.921 – ΠΠρΚερκ 32/2003 ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2003,197 – ΜΠρΚορινθ. 53/2004 ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2004.277 – ΜπρΘες 11629/2004 Αρμ 2005.255- ΕφΑθ 6044/2002 ΔΕΕ 2003, 311 – ΕφΑθ 4959/2001 NOMOS, ΕφΑθ 9395/2000 Δνη 2001, 447, EφΑθ 2152/1990 Δικη/1991 σελ 125 – ΕφΑθ 7854/2001 ΕλΔνη 2002, 172, ΕΕμπΔ 2003, 368 – ΕφΑθ 5618/2001 ΕΕμπΔ 2003, 366, ΕλΔνη 2003, 197].
Εν κατακλείδι, λοιπόν, η πλαγιαστική αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου θα πρέπει να ασκείται με ξεχωριστό δικόγραφο και όχι να σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την ευθεία κατά του ασφαλισμένου αγωγή.
Αντίθετη άποψη – επιτρεπτό σώρευσης υπό προϋποθέσεις (κρατούσα)
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη κριθεί ως επιτρεπτή η σώρευση ευθείας και πλαγιαστικής αγωγής στο ίδιο δικόγραφο, προϋπόθεση για το παραδεκτό της πλαγιαστικής αγωγής είναι α) να προηγηθεί η επίδοση του δικογράφου στον ασφαλισμένο, ώστε να ολοκληρωθεί η άσκηση της ευθείας αγωγής και άρα να γεννηθεί η αξίωση τού ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή [ΑΠ 1656/2002 ΕπΣυγκΔ 2004, 599 – ΕφΑθ 7854/2001 ΕλΔνη 43, 171 – ΕΑ 5618/2001 ΕΕμπΔ 2003, 366 – ΕιρΑθ 245/2004 ΑρχΝομ 2004, 387, ΕφΛαμίας 8981/1998 ΕλΔνη 2001, 760, Εφ ΑΘ 2037/2005 (αδημ.), Εφ Πειρ. 258/2001 ΕΕΜπΔ 2001, 523, Εφ ΑΘ 7562/93 ΕλλΔνη 36.1595 καθώς και ΜονΠρωτ Αθηνών 4680/2005 (αδημ. Victoria 774393) ΠολΠρωΑθ 2666/2006 (αδημ.), Ειρ Αθ 434/2003 (αδημ. Εccl. 98498) ΜΠΑ 1162/2005 (αδημ. V/I 65390-7)], και β) μεταξύ των δύο επιδόσεων, σε ασφαλιζόμενο και ασφαλιστή, να μεσολαβεί διάστημα ικανό για τη διαπίστωση αδράνειας [ΕιρΑθ 245/2004 ΑρχΝομ 2004,387].
Ωστόσο με την ΑΠ 69/2011[Νομικά Χρονικά 2011,τεύχος 66] γίνεται δεκτό ότι η σώρευση είναι επιτρεπτή και σημειώνεται ότι: «Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στο υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 1776/2008,398/2007).»
ΣΩ.Κ.Ε.Δ.
15.07.2011
Provisionally Enforceable Amount: Capital and/or Interest?Προσωρινώς Εκτελεστό Ποσό: Κεφάλαιο και/ή Τόκος;
Το πρωτόδικο δικαστήριο έχει τη δυνατότητα κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος να κηρύξει την απόφαση του επί της ένδικης διαφοράς προσωρινώς εκτελεστή. Προσωρινώς εκτελεστή απόφαση είναι εκείνη δυνάμει της οποίας ο δανειστής μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του καθ’ ου οφειλέτη πριν η απόφαση επί της αγωγής καταστεί τελεσίδικη ακόμα και κατά τη διάρκεια της ανασταλτικής προθεσμίας των ένδικων μέσων. Η πρωτόδικη απόφαση με την κήρυξή της ως προσωρινώς εκτελεστής καθίσταται νόμιμος εκτελεστός τίτλος.
Zήτημα γεννάται στην περίπτωση που το πρωτόδικο δικαστήριο κηρύξει την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για μέρος μόνον της εκδικαζόμενης χρηματικής οφειλής και όχι για ολόκληρη. Τούτο διότι συνήθως, αν όχι πάντοτε, με τις καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις επιδικάζεται ορισμένο ποσό κατά κεφάλαιο πλέον νομίμου τόκου και ορίζεται ένα κατ’ αποκοπήν ποσό ως προσωρινώς εκτελεστό χωρίς να διευκρινίζεται, αν το ποσό αυτό αποτελεί α] κεφάλαιο μόνον άνευ τόκου, ή β] ποσό, στο οποίο περιλαμβάνεται μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου και ο επί του μέρους αυτού τόκος [για την ακρίβεια ο καταλογισμός γίνεται πρώτα στον τόκο και μετά στο κεφάλαιο]. Καταρχήν το δικαστήριο θα έπρεπε να καθορίζει με την απόφασή του το επακριβές ποσό που ο οφειλέτης θα καταβάλει προσωρινά στον δανειστή και ιδίως εάν το επιδικασθέν ποσό αποτελεί τόκους ή κεφάλαιο. Ωστόσο, στην περίπτωση που η απόφαση αναφέρει το προσωρινώς εκτελεστό ποσό χωρίς, όμως, να διευκρινίζει περαιτέρω, γεννάται η ως άνω αμφιβολία περί του ορθού καταλογισμού του ποσού. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό είναι κρίσιμη, καθώς η κάθε εκδοχή οδηγεί σε διαφορετικό υπολογισμό της οφειλής και επηρεάζει το τελικό μέγεθός της.
Η πρώτη άποψη , που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και κρατούσα, υποστηρίζει πως στην περίπτωση που το δικαστήριο επιδικάσει συγκεκριμένο ποσό, το οποίο αποτελεί τμήμα της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω, το ποσό αυτό θα καταλογισθεί εξ ολοκλήρου στο κεφάλαιο της συνολικής απαίτησης. Το προσωρινώς εκτελεστό ποσό, δηλαδή, δεν αποτελεί τμήμα των παρεπόμενων απαιτήσεων όπως τόκοι ή έξοδα. Έτσι, το δικαστήριο, όταν διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει μερικώς χρηματικό ποσό στο δανειστή, αποκλίνει από τον γενικό κανόνα της διάταξης ΑΚ 423, η οποία ορίζει ότι τα καταβαλλόμενα ποσά καταλογίζονται πρώτα στα έξοδα, μετά στον τόκο και τέλος στο κεφάλαιο της απαίτησης (του δανειστή δικαιουμένου να αρνηθεί την παροχή χωρίς να περιέλθει σε υπερημερία στην περίπτωση που ο οφειλέτης ορίσει αλλιώς τον καταλογισμό). Επομένως, η καταβολή της προσωρινώς επιδικασθείσης απαίτησης καταλογίζεται υποχρεωτικά στο κεφάλαιο και ο δανειστής δεν μπορεί να αρνηθεί τον καταλογισμό αυτόν. Με την καταβολή του προσωρινώς εκτελεστού ποσού αποσβέννυται ισόποσο τμήμα του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου κεφαλαίου και, συνακόλουθα, διακόπτεται η τοκοδοσία αυτού του ποσού του κεφαλαίου. Αυτονόητο ότι τα έξοδα της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης (έκδοση απογράφου, επίδοση κτλ) για το προσωρινώς εκτελεσθέν ποσό, δεν περιλαμβάνονται σε αυτό και εισπράττονται επιπροσθέτως αυτού.
Η δεύτερη γνώμη υποστηρίζει πως ακόμη και όταν το δικαστήριο επιδικάζει προσωρινώς μέρος της χρηματικής οφειλής αυτό θα καταλογιστεί με βάση τον κανόνα της ΑΚ 423, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση. Το προσωρινώς εκτελεσθέν ποσό, λοιπόν, εφόσον το δικαστήριο δεν διευκρινίζει, καταλογίζεται με βάση τον ερμηνευτικό κανόνα της ΑΚ 423 πρώτα στους τόκους και μετά στο κεφάλαιο . Επομένως, καταβολή του προσωρινώς εκτελεστού ποσού δεν άγει σε απόσβεση ισόποσου τμήματος του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου κεφαλαίου, αλλά σε απόσβεση πρώτα του ήδη (κατά την καταβολή) γεγενημένου τόκου και κατά το υπόλοιπο του αντιστοίχου τμήματος του κεφαλαίου. Έτσι καταλείπεται μεγαλύτερο τμήμα κεφαλαίου που συνεχίζει και τοκίζεται μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Στο μέτρο που με τον τόκο αποκαθίσταται η αξία του χρήματος και αποτελεί αυτός αντάλλαγμα που δικαιούται ο δανειστής για το λόγο ότι στερήθηκε ποσότητα χρημάτων για ορισμένο χρόνο (δηλαδή, δεν έλαβε αυτά όταν εδικαιούτο να τα απαιτήσει και εισπράξει), μοιάζει άδικο η τοκοδοσία να συνεχίζεται και για το τμήμα εκείνο της απαίτησης που απεσβέσθη καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Το τμήμα αυτό ευλόγως τοκίζεται μέχρι την απόσβεσή του, η οποία, όμως, συνεπάγεται την ανατροπή για το μέλλον του δικαιοπολιτικού θεμελίου της τοκοδοσίας, καθώς πλέον ο δανειστής έχει στη διάθεσή του (εν στενή – μετρητά – ή ευρεία έννοια – π.χ. επί συμψηφισμού και αποσβέσεως δικής του οφειλής) την αντίστοιχη χρηματική ποσότητα. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται πως ο νομοθέτης, έχων προφανώς υπόψιν του τα ανωτέρω, ρητώς επέλεξε τη συγκεκριμένη σειρά καταλογισμού (έξοδα, τόκος, κεφάλαιο – 423 ΑΚ) εναρμονιζόμενος με τις «αντιλήψεις του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών, καθ’ ας η πληρωμή των τόκων και εξόδων επιβάλλεται να προηγηθή της του κεφαλαίου» . Η ratio της ΑΚ 423 γίνεται εμφανέστερη υπό το πρίσμα της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας, αφού ο δανειστής, έχοντας ο ίδιος επιχειρηματική δραστηριότητα και οικονομικές ανάγκες και υποχρεώσεις, σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης από τον οφειλέτη να καταβάλει εμπροθέσμως το κεφάλαιο, αναγκάζεται πολλές φορές να προβεί ο ίδιος σε δανεισμό, με δυσμενείς πολλές φορές όρους, για να εξυπηρετήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του. Η ζημιά αυτή του δανειστή, ο οποίος πλέον δεν ταυτίζεται με τον τοκογλύφο των προβιομηχανικών και αγροτικών οικονομιών , καλύπτεται μόνο μέσω της καταβολής των τόκων και γι αυτό ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει ολοσχερώς πρώτα τους δεδουλευμένους τόκους, ώστε να καλυφθεί πλήρως η ζημία του δανειστή και ύστερα να εξοφλήσει το κεφάλαιο. Η επιλογή, αυτή δεν είναι δυσανάλογα επαχθής για τον οφειλέτη, ο οποίος βαρύνεται με το στίγμα της μη νομίμου – αδίκου συμπεριφοράς (μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής) και, επομένως, δικαίως εκείνος θα επωμισθεί τις αρνητικές συνέπειες των πράξεων και παραλείψεών του. Προέκρινε, επομένως με την ΑΚ 423, ο νομοθέτης το συμφέρον του δανειστή, αποσκοπών στην πληρέστερη δυνατή ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, δια της αποκαταστάσεως της περιουσίας του πρώτα ως προς τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη για την είσπραξη του λαβείν του από τον υπερήμερο οφειλέτη, εν συνεχεία ως προς την απολεσθείσα αξία της παροχής (τόκος) και τέλος ως προς την ιδία της αρχική και καθυστερημένη παροχή (κεφάλαιο). Άλλωστε, η μερική εξόφληση της παροχής δεν διαφέρει μόνον ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά από την ολοσχερή εξόφληση. Ειδικώς δε οι χρηματικές παροχές ενδέχεται να έχουν άλλη αξία ακέραιες και άλλη (μειωμένη) κατά τμήματα (π.χ. άλλη αγοραστική ή επενδυτική ισχύ έχει κάποιος που διαθέτει 1000 € σε μία δεδομένη χρονική στιγμή και άλλη το ίδιο πρόσωπο που σταδιακά/τμηματικά εισπράττει αυτό το ποσό και δεν διαθέτει αυτό στο σύνολό του την ίδια, κρίσιμη χρονική στιγμή της ευκαιρίας αγοράς ή επένδυσης). Η δεύτερη, λοιπόν, άποψη άγει σε πληρέστερη ικανοποίηση του δανειστή και εναρμονίζεται με το σύστημα διατάξεων περί τόκου και απόσβεσης απαιτήσεων του ΑΚ, παρουσιάζουσα το πλεονέκτημα της δογματικής συνέπειας.
Συμπερασματικά, εάν ακολουθηθεί η πρώτη άποψη και το δικαστήριο κηρύξει, χωρίς άλλη διευκρίνιση, ως προσωρινώς εκτελεστό ποσό ορισμένης χρηματικής ποσότητα που αποτελεί τμήμα της συνολικώς εκδικαζομένης απαιτήσεως, τότε η χρηματική αυτή ποσότητα αποτελεί εν όλω μέρος του αρχικού κεφαλαίου, που με την καταβολή αποσβέννυται ισόποσα και παύει να παράγει τόκους. Πιο συνεπής, όμως, δογματικά και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη είναι η θέση ότι στην προσωρινώς εκτελεστή χρηματική ποσότητα συμπεριλαμβάνεται τόκος και κεφάλαιο, εκτός αν το δικαστήριο όρισε άλλως.
Σπύρος Μίχας 03.12.2013
__________________________________
Έμμεση Εκτέλεση 946, 947 ΚΠολΔ
Τα άρθρα 946,947 ΚΠολΔ. αναφέρονται στη δυνατότητα λήψης μέτρων προς εξαναγκασμό του δυστροπούντος οφειλέτη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή (πράξης), στις οποίες υποχρεούται να προβεί βάσει εκτελεστού τίτλου.
Ειδικότερα, το 946 ΚΠολΔ. προβλέπει την καταδίκη σε χρηματική ποινή ή προσωπική κράτηση στην περίπτωση που πληρούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
α) υποχρέωση προς υλική πράξη (όχι νομική)
β) η πράξη να μπορεί να τελεσθεί μόνον αυτοπροσώπως από τον οφειλέτη και όχι δια τρίτου (π.χ. επίδειξη εγγράφου που έχει στην κατοχή του, ερμηνεία καλλιτέχνη, παροχή πιστοποιητικού από τον εργοδότη για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας κ.α. )
γ) η τέλεση της πράξης να εξαρτάται μόνον από τη βούληση του οφειλέτη, να μην απαιτείται,δηλαδή, η σύμπραξη τρίτου.
Η καταδίκη είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, εφ’ όσον διαπιστώσει τη συνδρομή των ανωτέρω και μάλιστα λαμβάνει χώραν αυτεπαγγέλτως (ανεξαρτήτως της διατυπώσεως ή μη σχετικού αιτήματος από τον δανειστή) και παραλλήλως προς την καταδίκη σε εκτέλεση της πράξεως [Ολ.ΑΠ 2/1995-Δ/νη 36/583, ΕΑ 5554/1987-Δ/νη 30/796, ΕΑ 9591/1987-Δ/νη 30/773] . Η άρνηση επιχείρησης της τελευταίας αποτελεί την αίρεση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας επιβολής του μέτρου εξαναγκασμού. Κατόπιν, δηλαδή, της επιδόσεως του αντιγράφου του απογράφου που επιτάσσει την εκτέλεση και της άπρακτης παρόδου της νομίμου προθεσμίας (3 ημέρες κατά το 926), είναι δυνατή η επίσπευση της εκτέλεσης και ως προς τη χρηματική ποινή ή την προσωπική κράτηση απλά με την επίδοση νέας επιταγής (σε αντίγραφο του απογράφου της ίδιας απόφασης) και τη συνήθη διαδικασία των 951 επ. ή 1047 επ. αντίστοιχα. Νέα δικαστική απόφαση που να βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση του οφειλέτη προς την προηγούμενη καταψηφιστική απόφαση δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 946 και την αντιπαράθεσή του προς το 947 (βλ. πκ.) [Ολ.ΑΠ 2/1995 , ΕΑ 5554/1987, ΕΑ 9591/1987, που απορρίπτουν μάλιστα τις σχετικές αγωγές προς βεβαίωση της παραβάσεως] .
Η ρύθμιση του 947 ΚΠολΔ διαφοροποιείται από εκείνη του 946 ΚΠολΔ καταρχάς στο ότι προϋποθέτει υποχρέωση παράλειψης ή ανοχής και όχι πράξης. Προκειμένου, όμως, να χωρήσει εκτέλεση του μέτρου εξαναγκασμού σε περίπτωση μη συμμόρφωσης είναι αναγκαία και η έκδοση αποφάσεως που τη βεβαιώνει , και η οποία αποτελεί τον απαιτούμενο εκτελεστό τίτλο. Αυτό προκύπτει από τη διατύπωση του 947, παρέχοντας, έτσι, ένα επιχείρημα a contrario υπέρ της απουσίας τέτοιας προϋπόθεσης στο 946. (Εξάλλου, υποστηρίζεται πως η διαδικαστική αυτή απόκλιση των δυο άρθρων διαφαίνεται και από τη χρήση διαφορετικών ρημάτων, «καταδικάζει» και «απειλεί», βλ.Ολ.Α.Π. 2/1995). Επομένως, η διαδικασία του 947 περιλαμβάνει δύο στάδια: το πρώτο με βάση τον τίτλο που αξιώνει παράλειψη ή ανοχή και το δεύτερο με βάση τη βεβαιωτική τής μη συμμορφώσεως απόφαση.
Συμπερασματικά, τονίζεται ότι για την εφαρμογή του 946 αρκεί μια και μόνη απόφαση (η αρχική), αφού η άρνηση τέλεσης της πράξης δε χρειάζεται άλλη βεβαίωση πέραν της παρόδου της τριημέρου προθεσμίας του 920, ενώ για την εφαρμογή του 947 υφίσταται η πρόσθετη προϋπόθεση της αποφάσεως που πιστοποιεί την άρνηση παράλειψης ή ανοχής (σαφής η αντιπαράθεση των δύο άρθρων στην ΕΑ 5554/1987).
Νίκος Καλαμίτσης
19.05.2005
_____________________________
Διαχειριστής Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης
Ποιος μπορεί να είναι ο μοναδικός εταίρος Μ.ΕΠΕ; Εταίρος της μονοπρόσωπης ΕΠΕ μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί, με ποινή ακυρότητας, να είναι μοναδικός εταίρος σε περισσότερες από μία εταιρίες περιορισμένης ευθύνης [αρ. 43α εδ. α ν. 3190/55]. Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεν μπορεί, με ποινή ακυρότητας, να έχει ως μοναδικό εταίρο μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης [αρ. 43α εδ. β ν. 3190/55].
Διαχειριστής ΕΠΕ μπορεί να είναι μόνο φυσικό ή και νομικό πρόσωπο; Κατά το αρ. 16 ν. 3190/55, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας ανήκει, εάν δεν συμφωνήθηκε άλλως, σε όλους τους εταίρους δρώντες συλλογικώς. Καθιερώνεται ο κανόνας της συλλογικής διαχείρισης και εκπροσώπησης, που, όμως, δεν αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο. Έτσι, το αρ. 17 ορίζει ενδεικτικές περιπτώσεις αποκλίσεων από τη νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, που μπορεί να προβλέπονται στο καταστατικό ή να αποφασίσει η συνέλευση των εταίρων, όπως η ανάθεση της διαχείρισης και εκπροσώπησης για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα [εταίρους ή τρίτους (σημειώνεται ότι οι τρίτοι είναι όργανα της εταιρείας και όχι απλοί πληρεξούσιοι) – αρ. 17 § 1], συλλογικώς δρώντων – αν δεν προβλέπεται άλλως (αρ. 17 § 2). Περαιτέρω, ως διαχειριστής μπορεί να διορισθεί οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από δημόσιους υπαλλήλους, καθηγητές πανεπιστημίων (αρ. 17 § 4) και τα πρόσωπα εκείνα που έχουν αποκλειστεί από το καταστατικό της εταιρείας . Σε περίπτωση που διαχειριστής ορίζεται νομικό πρόσωπο, θα πρέπει να ορίσει τον εκάστοτε εκπρόσωπό του στη διαχείριση της εταιρείας . Ως προς τον αριθμό των διαχειριστών της ΕΠΕ, ο ν. 3190/55 δεν ορίζει αριθμό, αλλά το καταστατικό της μπορεί να προβλέπει ανώτατο και κατώτατο αριθμό διαχειριστών. Μπορεί το καταστατικό να προβλέπει ότι απαιτείται η ιδιότητα του εταίρου ή κάποια άλλη συγκεκριμένη ιδιότητα για το διορισμό προσώπου ως διαχειριστή .
Μπορεί να είναι διαχειριστής ή συνδιαχειριστής μονοπρόσωπης ΕΠΕ τρίτο πρόσωπο (μη εταίρος); Για τη διαχείριση και εκπροσώπηση ισχύουν κατ’ αρχήν οι γενικές διατάξεις των αρ. 16 – 26 ν. 3190/55 (βλ. και αρ. 43α § 5 – ΕΛαρ 95/01 σε ΝΟΜΟΣ – λαμβανομένου υπόψη του ιδιόμορφου χαρακτήρα της μονοπρόσωπης εταιρείας και προσαρμοζομένων σε αυτόν ). Διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας είναι ο μοναδικός εταίρος, ο οποίος μπορεί να αναθέσει σε τρίτο ή τρίτα πρόσωπα την εξουσία αυτή, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, είτε με διάταξη του καταστατικού είτε με απόφασή του ως μοναδικού μέλους της συνέλευσης . Δεν υπάρχει κώλυμα συνύπαρξης ως διαχειριστών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εταίρου (ή εταίρων) και τρίτου (ή τρίτων) . Περίπτωση ανάθεσης σε τρίτο – φυσικό πρόσωπο – υπάρχει όταν μοναδικός εταίρος είναι νομικό πρόσωπο , οπότε η διαχείριση θα ασκείται από τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, που θα καθοριστεί προς τούτο από αυτό .
Κατερίνα Κρεούζη 08.06.2012
_______________________________________
Τύχη εγγυοδοσίας επί μεταβίβασης μισθίου – Υπόχρεος επιστροφής
Σχεδόν κάθε σύμβαση μίσθωσης περιέχει όρο καταβολής συγκεκριμένης χρηματικής ποσότητας ως εγγυοδοσίας σκοπούσης στην εξασφάλιση των απαιτήσεων του εκμισθωτή από τη σύμβαση. Η εγγυοδοσία διέπεται ως προς τη λειτουργία και την τύχη της από τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών και τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Ειδικότερα, η εγγυοδοσία καλύπτει (συνήθως) απαιτήσεις για την αποκατάσταση ζημιών από φθορές που προκλήθηκαν στο μίσθιο πέραν της συνήθους χρήσης, την είσπραξη δαπανών οι οποίες βαρύνουν το μισθωτή, την καταβολή μισθωμάτων, τέλους χαρτοσήμου, τόκου, τυχόν ποινικής ρήτρας για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του μισθωτή, και γενικότερα οποιαδήποτε χρηματική αξίωση του εκμισθωτή κατά του μισθωτή που απορρέει από τη μισθωτική σύμβαση. Ο εκμισθωτής, αφού συμψηφίσει ενδεχόμενες ληξιπρόθεσμες αξιώσεις κατά του μισθωτή οφείλει να αποδώσει στον μισθωτή το ποσό της εγγυοδοσίας (συνήθως άτοκα κατά τα συμπεφωνημένα), όταν ο τελευταίος αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης. Επίσης δικαιούται να απαιτήσει τη συμπλήρωση της εγγυοδοσίας στο συμφωνημένο ύψος αν μειωθεί πριν τη λήξη της μίσθωσης λόγω ικανοποίησης αξίωσής του με καταλογισμό τμήματος του ποσού αυτής. Από την άλλη πλευρά ο μισθωτής όσο διαρκεί η μίσθωση δεν δικαιούται να συμψηφίσει την απαίτηση του για επιστροφή της εγγυοδοσίας με τυχόν απαιτήσεις του εκμισθωτή γιατί αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη.
Σε περίπτωση μεταβίβασης κατ’ ειδική διαδοχή του μισθίου – ακινήτου διαρκούσης της μισθώσεως τίθεται θέμα ως προς το ποιος (ο νέος κτήτορας ή ο παλαιός) οφείλει να επιστρέψει την εγγυοδοσία όταν τελικώς λήξει η μίσθωση και καταστεί απαιτητή η σχετική αξίωση του μισθωτή.
Υποστηρίζεται ότι ο νέος κτήτορας δεν υποχρεούται να επιστρέψει την εγγύηση, αφού δεν την έχει εισπράξει αυτός, αλλά την σχετική υποχρέωση έχει ο παλαιός κτήτορας, εκτός αν το χρέος αναδέχθηκε ο νέος κτήτορας με το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας ή αν αποδεικνύεται ότι ο παλαιός κτήτορας του έδωσε το χρηματικό ποσό της εγγυοδοσίας [κατά την άποψη αυτή ο μισθωτής μπορεί να αξιώσει από τον εκμισθωτή να καταβάλει στο νέο κτήτορα το ποσό της εγγύησης, ενώ την ίδια αξίωση έχει και ο νέος κτήτορας απέναντι στο δικαιοπάροχο εκμισθωτή] .
Κατ’ άλλη άποψη, ο νέος κτήτορας έχει αναδεχθεί όλες τις υποχρεώσεις του παλαιού εκμισθωτή και συνεπώς ο μισθωτής μπορεί να στραφεί κατά του νέου κτήτορα για επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας Η τελευταία αυτή άποψη φαντάζει συνεπέστερη δογματικά, αφού κατά τον ΑΚ ισχύει η αρχή της υπεισέλευσης του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, εφόσον συντρέχουν οι όροι των διατάξεων ΑΚ 614, 615 [ενδοτικού δικαίου] και δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά στη σύμβαση μίσθωσης. Έτσι, από τη μεταγραφή της εκποιητικής δικαιοπραξίας και έπειτα, ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση και σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή, για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, είτε γνώριζε την ύπαρξη της σχετικής σύμβασης είτε όχι. Για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή, το μέχρι την εκποίηση του ακινήτου, φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων εκ της μισθωτικής σχέσης, εξακολουθεί να είναι ο αρχικός εκμισθωτής. [Ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 614 έχουμε και όταν εκμισθωτής είναι ο επικαρπωτής και λήξει η επικαρπία ή αποβιώσει ο επικαρπωτής – οπότε υπεισέρχεται στη θέση του ο ψιλός κύριος – ή μεταβίβαστεί η επικαρπία σε κάποιον άλλο] . Τούτο ισχύει και στην περίπτωση της επαγγελματικής μίσθωσης, όπου η εκποίηση του μισθίου έχει αποτέλεσμα την υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση αυτοδικαίως και χωρίς τις διακρίσεις των ΑΚ 614, 615 – δηλαδή χωρίς να απαιτείται έγγραφο βέβαιης τεχνολογίας [η 616 ΑΚ εφαρμόζεται και στις επαγγελματικές μισθώσεις] .
Δοθέντος ότι ο νόμος ορίζει ότι ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση, δίχως να προβαίνει στην παραμικρή διάκριση ως προς επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν, ο περιορισμός της εκτάσεως της υπεισελεύσεως τοιάυτης ως προς επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις φαντάζει νομοθετικά ανεπέρειστος, αλλά και αδικαιολόγητος. Η πρώτη άποψη διασπά τη σχέση κυρίου – παρεπομένου μεταξύ της συμβάσεως μίσθωσης και της εξασφαλιστικής συμβάσεως εγγυοδοσίας σε βάρος του μισθωτή, ήτοι του μέρους που δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη στο γεγονός (μεταβίβαση) που προκάλεσε τη διάσπαση. Μια τέτοια διάσπαση, άλλωστε, φαντάζει ανάρμοστη στο ευρύτερο σύστημα κανόνων του ΑΚ, όπου είναι εμφανής η πρόθεση του νομοθέτη τα παρεπόμενα δικαιώματα να παρακολουθούν τα κύρια (βλ. 468 και 475 ΑΚ).
Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου η τύχη της σύμβασης εγγυοδοσίας να είναι ξεκάθαρη, σκόπιμο είναι
α. να ορίζεται ρητώς στο συμφωνητικό μίσθωσης ότι τυχόν συμβατική ή νόμιμη υπεισέλευση τρίτου στη μισθωτική σχέση συνεπάγεται αυτοδικαίως την υπεισέλευσή του στα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκ της εγγυοδοσίας (ανεξαρτήτως του ποιος κατέβαλε ή εισέπραξε αυτήν).
β. να ορίζεται ρητώς σε κάθε σύμβαση μεταβίβασης του μισθίου ότι ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση και ως προς τα παρεπόμενα αυτής, αποδιδομένου του ποσού της εγγυοδοσίας από τον μεταβιβάζοντα αρχικό εκμισθωτή, στον αποκτώντα νέο – πια – εκμισθωτή.
Κατερίνα Κρεούζη – Νίκος Καλαμίτσης
15.11.2010
__________________________________________